Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Μεγάλη Τρίτη , Μανταμάδος




Μεγάλη βδομάδα στο χωριό.
Χτες, Μεγάλη Δευτέρα, αρχή της βδομάδας, πρωί στον Ταξιάρχη.
Γεμάτος ο ναός από πιστούς που ήρθαν από το διπλανό χωριό της Αγίας Παρασκευής με τα πόδια
για να τραγουδήσουν το τραγούδι της Παναγιάς στον ναό.
Είπα  και γω να μεταλάβω τα μικρά.
Και κυνηγώντας δυό πιτσιρίκια στην αυλή της εκκλησίας μέχρι να ρθει η ώρα της μετάληψης,
ανάμεσα σε γκρίνια, κλάμα και κυνηγητό,
είδα εικόνες και θυμήθηκα ιστορίες.

Ο πλάτανος στην πίσω αυλή του ναού.
"Η γιαγιά Δήμητρα μίλαγε συχνά για την κόρη του Ταξιάρχη.
Ένα βρέφος που άφησαν κάποτε στην πόρτα του Ταξιάρχη,  μεγάλωσε από έναν καλόγερο μέσα στο ναό.
 Έζησε εκεί.
Έφτιαχνε φυλαχτά και έδινε στον κόσμο.
Και αγιολούλουδα.
Η μορφή της γαλήνια, ήμερη σαν κόρη του Ταξιάρχη.
Περιστοιχισμένη από πολλές γάτες που είχε εκεί, και την αγιοσύνη της.
Στο χωριό την έλεγαν Αναστασέλ'. Αναστασία κατά κόσμο.
Τα βράδυα- έλεγε η γιαγιά- πήγαινε και χωνόταν κάτω απ τον πλάτανο,
 στο δωμάτιο του Ταξιάρχη.
 Εκεί που κάθε βράδυ χανόταν τα βήματα απ τα σιδερένια παπούτσια του Ταξιάρχη....
Ο ίδιος πλάτανος που κάθε χρόνο σφάζουν τον Ταύρο μετά από 15 μέρες στο πανηγύρι τ Αγιού.
 Την Κυριακη των Μυροφόρων."


Η γιαγιά κάθε χρόνο σχεδόν για 15 μέρες πήγαινε στον Ταξιάρχη.
Τάμα το είχανε τότε στο χωριό.,
Για το καλό.
Ένα ξημέρωμα, μέσα στον ύπνο της άκουσε μια πόρτα βαριά ν ανοίγει.
Βαρυά βήματα, σαν από σιδερένια παπούτσια αργά μέσα στην αυλή
μια ακόμα πόρτα και σιγή.
Μετά από λίγο η ίδια ανάποδη διαδικασία και ένα φτερούγισμα ψηλά στον ουρανό.
Ηταν ο Ταξιάρχης.
Σηκώθηκε σταυροκοπήθηκε και χαμήλωσε το κεφάλι.
Πάντα χαμηλωμένο ήταν το κεφάλι της γιαγιάς Δήμητρας.
Σαν να προσεύχοταν σκυμμένη.

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τη θυμάμαι.
Την λαχταράω.
Στην κατάνυξη των ημερών, την πίστη της στα θεία,
την ταπεινότητα της,
στο θείο δράμα που βίωνε κάθε χρόνο μοναχικά
το δικό της δράμα που ζούσε καθημερινά.
Και φέτος που πρώτη χρονιά δεν ακούω τα μεγάφωνα να αντηχούν στο χωριό κάπως μου φαίνεται περίεργα.
Διαφορετικά.
Πολλά πράγματα από τότε...
Τα τσουρέκια που δεν πλάθουμε μαζί, που δεν πάμε όλες μαζί στο φούρνο για ψήσιμο.
Τότε δυό Δήμητρες και μια Κατερίνα.
Τώρα αντίστροφα.
 Πριν το ψήσιμο το πρωί

Και έτοιμες τυλιγμένες στο σελοφάν.

Σήμερα, Μεγάλη Τρίτη, της Κασσιανής
με το τροπάριο τραγουδισμένο απ την χορωδία του χωριού στον Άη Βασίλη.


Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Βάγια

 Κυριακή των Βαϊων στο χωριό.
 Με την απαραίτητη βόλτα στον Ταξιάρχη.
Μετά τον εκκλησιασμό.
Η μικρή, η μάνα, και γω.
 Ταξιάρχης, όπως πάντα γεμάτος με κόσμο.
 Στην εξωτερική εικόνα απέναντι ένας πίνακας ζωγραφικής.
Καινούριος σχετικά.
Κάποιος ξύπνησε, και είχε δει τη συγκεκριμένη εικόνα στον ύπνο του.
Και την ζωγράφισε.
Χωρίς να έχει ακούσει για το ιστορικό του ναού.
Μετά από ψάξιμο, η εικόνα - αναπαράσταση ήρθε στον τόπο της.
 Η εξωτερική εικόνα του Αγιού.
Επιβλητική πάντα.
 Καθιερωμένος καφές στον ήλιο.
 Στο πιο όμορφο καφέ του χωριού.
 Και τα αγόρια, τραγουδούν τον Λάζαρο στο χωριό.
Στην αλάνα μας.
 Η βάγια κομμένη το πρωί απ τον παππού,
στολισμένη με κορδέλες και στολίδια χειροποίητα
φτιαγμένα απ τη θεία Άννα.

 Το απαραίτητο κουδουνάκι
 Και από σπίτι σε σπίτι τα παιδιά τραγουδάνε το Λάζαρο.
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
ήρθε η Κυριακή που τρών τα ψάρια.
Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι
Ήρθε η μάνα σου από την πόλη
Σου φερε χαρτί και κομπολόι
γράψε Θόδωρα γραψέ Δημήτρη
Γράψε λεμονιά και κυπαρίσσι
οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε
Οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε
δώστε μας και μας να ευχηθούμε
στις κοτούλες σας για να γεννούνε.
Και του χρόνου !!!


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Στο χωριό



Όλη τη μέρα ταξιδεύαμε σήμερα
Σ ένα ολο-ήμερο ταξίδι τόσο ήμερο...
Απ τα λίγα ταξίδια που χω κάνει με τέτοια μπουνάτσα της θάλασσας.
 3μποφώρ, Νοτιάς ο Αγέρας μου,να μας συνοδεύει, αλλιώς.
Άλλη ρότα. Πιο ανοιχτή.
Φτάσαμε στο πλευρό της Αίγινας
Στον Μπούφη και τον Άγιο Αντώνη.
Γνώριμα μέρη.
Μέσα από μάτια ταξίδια.
Μακρύναμε πολύ απ το Σούνιο , .
Προφανώς για να αναπτύξει ταχύτητα το πλοίο.
Όλη τη μέρα χάζευα την ηρεμία της θάλασσας.
Μόνο τ ανατριχιάσματα απ τ απαλό φύσημα τ Αγέρα.
Όλη μέρα πλάι μας.
Να φροντίσει να πάμε καλά.
Όμορφο ταξίδι.
Λίγο ζαλισμένο, λίγο νυσταγμένο,
λίγο μελαγχολικό,
λίγο της λαχτάρας του νησιού.
Πάσχα στο νησί.
Στην ομορφότερη εποχή του.
Λαμπρή.



Η υποδοχή της πόλης...
 Ο Ήλιος της Μυτιλήνης...
Πάντα αλλιώτικος.
Με πρόσμενε να φτάσω.

Η είσοδος στο λιμάνι.

Μετά οι εικόνες λιγοστεύουν.
Θαμπώνουν τα μάτια , γεμίζουν.
Η βιασύνη, να κατέβουμε  γρήγορα,
να δέσει το πλοίο,
Να βγούμε έξω.
και εκεί στο μικρό άνοιγμα της μπουκαπόρτας
την ώρα της αναμονής,
να τρως τον κόσμο με τα μάτια,
να βρεις τον πατέρα και τη μάνα
να περιμένουν με λαχτάρα.
Να δεις τα μάτια τους να γυαλίζουν
μέχρι να συναντηθούν τα γυαλίσματα.
Μέχρι την αγκαλιά και τα  πρώτα φιλιά.
Την επαφή.
Περάσαν μήνες.
Χαλαρωμένη πλέον η φόρτιση, χορτασμένα λίγο τα μάτια
-τα αγόρια βρέθηκαν, έπαιξαν στην αλάνα,
η μικρή προσαρμόστηκε, τ αδέρφι μου, η νύφη μου,
όλοι μαζί πάλι σ΄ένα σπίτι που γεμίζει χαρά τέτοιες ώρες-
Στο σπίτι που μεγάλωσα.
Στο χωριό μου.
Τις ρίζες μου.

Εικόνες στέλνω,
Φιλιά θαλασσινά.
Μανταμαδιώτικα.
Καλησπέρα είπαμε;;


Σου στέλνωμε τ Αγέρι χαιρετισμούς - Λιδάκης Μανόλης

Όπου πατάς να ρίχνεις
μάτια μου
φως να πατώ
κι όπου κοιτάς να δείχνεις
μάτια μου
για να κοιτώ

Σου στέλνω με τ' αγέρι χαιρετισμούς
όταν θα σε χαϊδεύει να με ακούς
και να στους τραγουδάνε στον ουρανό
οι βραδινές παρέες των αστεριών

Να 'ναι γλυκά τα ξένα
μάτια μου
κι ας μ' αρνηθείς
παρά σκληρή για σένα
μάτια μου
να είναι η γης

Τ Αγέρι ΜΟΥ μην ξεχνιόμαστε;;;

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Στον υδροκρίτη

 
 
 
Νομίζω η δεκαετία 30- 40 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν η μέση.
Η μέση, -θεωρητικά και με μεγάλη δόση αισιοδοξίας, - της ζωής.
Σήμερα λοιπόν τα χρόνια πλήθυναν πάλι.
35
Και είναι σαν να πατάω στη μέση της μέσης.
Στον υδροκρίτη.
Μετά από εκείνα τα χρόνια της νιότης, της φρεσκάδας, του αυθορμητισμού, της αστάθειας, ικμάδας αντοχής, όρεξης, και όλα εκείνα τα της νιότης για τα οποία θα μπορούσα να γράφω μέρες..
Όχι νοσταλγικά.
Με διάθεση χαράς, λίγο λαχανιασμένη λες και τα ανέβηκα με μια ανάσα.
Ακριβώς πριν την ωριμότητα για την οποία η μάνα μου φωναζει να πλησιάσω  απ τα 15 μου (ελπίζω δηλαδή), και ακριβώς εκεί που καταλαβαίνεις πως η γνώση ποτέ δεν φτάνει..
Πιο πολύ όμως,  μετά την μαγική στιγμή, την ολοκλήρωση, που μόνο η μητρότητα, μπορεί να χαρίσει σε μια γυναίκα. Ο Παναγιώτης μου,, η Κατερίνα μου το  φως μες τη ζωή μου.
 
Εδώ, απόψε στο σημείο καμπής.
Στη μέση της μέσης.
Και αν θα ήταν μια λέξη για φέτος αυτή θα ήταν ουρλιαχτό.
Φωνή απ τα σπλάχνα μου, απ τα σωθικά μου.
Ουρλιαχτό της αγανάχτησης για όσα μας περικυκλώνουν καθημερινά, στις ζωές μας , που αμαχητί παραδίδουμε  άβουλα όντα.
Ανάγκη για ουρλιαχτό αφύπνισης, κάποιος ν ακούσει, ο δίπλα, εγώ, εσύ.
 Δεν γίνεται άλλο.
Και μια άλλη φωνή.
Μια κραυγή να βγαίνει από πιο μέσα, και ένα πελώριο γιατί. 
Γιατί τώρα.
Ένα ακόμα πού.
Πού ήσουν τόσα χρόνια.
Μιά φωνή σαν αυτές των μικρών παιδιών, μπροστά στο συναίσθημα τους  που ξεχειλίζει., και δεν μπορούν  να διαχειριστούν, μπορούν μόνο να  εκφράσουν  με τη φωνή.
Σαν όταν τα κυνηγάει κάποιος στο παιχνίδι   και τα πλησιάζει να τα πιάσει και απ τη λαχτάρα τους και τη χαρά τους τρέμουν και φωνάζουν.
Να βγάλω ένα βογγητό βαθύ, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια, και τεντώνοντας πάλι τα χέρια για τα καλά φυλαγμένα μέσα μου συναισθήματα, αλώβητα, ανέγγιχτα, απ αλλού φερμένα,
 για τη ζωή,
τη χαρά,
 τα όνειρα,
 τις ελπίδες,
την θάλασσα,
τον Αγέρα μου
 τ άστρα,
για μια βόλτα,
 έναν καφέ στο μπαλκόνι,
 ένα κρασί τη νύχτα,
 ένα τραγούδι να σφίγγει η ψυχή,
 μια αγκαλιά σφιχτή, στιβαρή, 
 ένα φιλί της άφεσης και του παιχνιδιού,
μια ματιά να στάζει γλύκα,
 ένα περπάτημα ξεχωριστό,
ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα,
μια βουτιά στα βαθειά καθάρια νερά, 
ένα κοχύλι σαν το πιο ακριβό διαμάντι,
 μια παπαρούνα να δίνει χρώμα σε μια ολάκερη μέρα,
 ένα γλαστράκι γεμάτο φακές-βότσαλα,
 ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο,
 ο παφλασμός των κυμάτων,
 ένα καίκι να ξεκινάει το πρωί,
 μια πορτα να ανοίγει με ορμή,
ένα βιβλίο- ταξίδι,
 μια λαχτάρα ζωγραφισμένη σ ένα πρόσωπο στολίδι,
τον ήλιο που γεννιέται κάθε πρωί για μας,
το φεγγάρι που και απόψε θα φωτίσει τα όνειρα μας,
 τον μικρό μου Ήλιο που κοιμάται εξουθενωμένος απ τη μπάλα,
 τη μικρή μου Σελήνη με τα ψιχουλάκια στα παχουλά της χεράκια.
 Τη ζωή που αγαπώ κάθε μέρα,
 για τούτα τα μικρά της,
 τα ακριβά της,
τα στολίδια μου,
τα ταξίδια μου, τα παραμύθια και όνειρά μου.
Και τούτο το βογγητό θα ναι της πραγματικής ευτυχίας.
Γιατί κάθετι που γεννιέται από απλότητα και αλήθεια στάζει ευτυχία,
 μπάζει ευτυχία και σκορπίζει ευτυχία.
Και δίνει κουράγιο για την κατηφόρα που μόλις ξεκίνησε....
Και σαφώς όλη η δυσκολία στο κατέβασμα κρύβεται...
Τώρα όμως πάω να δω την Σελήνη που θα κρυφτεί για μια στιγμή.
Έκλειψη Σελήνης γενέθλιο δώρο...
Καληνύχτα
Οι Αχινοί απ τα νησιά απέναντι...
 
 
Κόκκινο φιλί - Μπλέ
Ρίχνω μια ευχή δεν ακούς κι όμως είσ’ εκεί
πιάνω τη σιωπή και τη σπάω μα δεν είσ’ εκεί
κρίμα που να βρω λίγο φως να σ’ ονειρευτώ
πες μου κάτι απλό που να μοιάζει αληθινό

Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
μια γλυκιά μουσική μας κρατάει μαζί
Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
όλα εσύ πάντα εσύ μόνο μόνο εσύ

Ήρθες σαν γιορτή απίστευτο σε θέλω πιο πολύ
ήρθες σαν γιορτή κρυφακούν γύρω σου θεοί
πες μου πού να βρω πιο γλυκό κομμάτι να σκεφτώ
πες μου κάτι απλό που να μοιάζει αληθινό

Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
μια γλυκιά μουσική μας κρατάει μαζί
Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
όλα εσύ πάντα εσύ μόνο μόνο εσύ

Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί...

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Γλυκιά φυλακή

Τούτη η Σελήνη ήρθε σαν την σφραγίδα της Τετάρτης
 Η Πανσέληνος τ Απρίλη.
 
Η προαναγγελία της
Αγαπήθηκε αυτόματα.

 Μέχρι που νυχτωσε στο μπαλκόνι μου
Φεγγάρι γεμάτο.
Πανσέληνος και να σκορπίζει
Φόρτιση από χτες.
Συναίσθημα μέχρι σήμερα.
Απ τον ουρανό μέχρι το βυθό της γης.
Νύχτωσε.
Δρόμοι στη θάλασσα.
Πάει...
Το φούσκωμα.
Η λύτρωση.
Πάλι απ  τη θάλασσα.
Κύμα που σκάει στα βράχια, και γεμίζει μάτια και στόμα
αλμυρές σταγόνες.
Μόνο το καράβι μου σταθερό, ακλόνητο, στιβαρό στην φουρτούνα.
Νίκη.
Πάλι.
Ούτε εφιάλτες ούτε δισταγμοί.
Ένα ποίημα απ το πουθενά,
Λειβαδίτης της ψυχής μου και της νιότης μου.
Και εκεί που μπαίνει ετούτο εδώ είναι μαζί με τ ανέγγιχτα
τα απ αλλού φερμένα.
Τραγούδι  δανεισμένο απ την περασμένη Παρασκευή.
στιγμή τόσο δυνατή,
που μπορεί να κάνει δυό χέρια να σφίγγονται γροθιές.
Εικόνα.
 
 
 
Συμφωνία αρ. 1 Τάσος Λειβαδίτης
Τα χέρια μου είναι δυο βαρειά άχρηστα ζώα αφού δεν σ’ αγκαλιάζουν
μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελο σου
θάθελα να συντρίψω με τις γροθιές μου τους δρόμους, τα λεωφορεία, τα τραμ
που κάποτε μας πήγαιναν στην ευτυχία
και να φτιάξω μια πόλη ερειπωμένη απ’ την πελώρια απουσία σου…
Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.


 
Στίχοι: Διονύσης Τσακνής
Μουσική: Nick Cave

Ερμηνεία: Διονύσης Τσακνής - Μελίνα Κανά
Original lyrics: Nick Cave
Πρώτη εκτέλεση: Nick Cave - Kylie Minogue

Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα
Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει
Στων ερώτων την άγνωστη χώρα
Νικητές, νικημένοι κι ωραίοι

Με την πρώτη ματιά, όλα ήρθαν απλά
Σαν είδα στο γέλιο σου φως
Μια σταγόνα στο χιόνι με αίμα
Σε θέλω κι ας είσαι φωτιά και λυγμός

Στο μισό της στιγμής, στο νερό της βροχής
Στο βάθος εκεί, η σιωπή μου μιλάει
Ανθός και αγκάθι φθηνής εποχής
Μ' αντέχω θα δεις στον καιρό που κυλάει

Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα
Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει
Στων ερώτων την άγνωστη χώρα
Νικητές, νικημένοι κι ωραίοι

Πώς να διώξω τη λύπη μακριά σου
Της ανάσας μου να σου δώσω την πνοή
Σε τέτοιο καιρό, καραβάκι μικρό
Πώς να σωθείς στων πολλών τη βουή

Εγώ ζω σα σκιά, μη με ψάχνεις εδώ
Ποτάμι θολό που περνάει μπροστά σου
Μην κάνεις το λάθος και μπεις στο νερό
Τη θλίψη για πάντα θα έχεις κοντά σου

Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα
Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει
Στων ερώτων την άγνωστη χώρα
Νικητές, νικημένοι κι ωραίοι

Στα μαύρα φτερά της ψυχής μου
Ήρθες και πάλι εδώ να κρυφτείς
Μα ο έρωτας είναι γλυκιά φυλακή
Που δεν την αντέχει στο τέλος κανείς

Μα όσο κι αν θέλεις να μείνεις εδώ
Θα σε πάρω μαζί με οδηγό μου το πάθος
Σ' αυτό το ποτάμι και στον άγριο βυθό
Κι ας το ξέρω πως ήτανε όλα ένα λάθος

Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα
Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει
Στων ερώτων την άγνωστη χώρα
Νικητές, νικημένοι κι ωραίο
 
Καληνύχτα και φιλί.
 

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Προορισμός

 
Τί να μας κάνει η νύχτα- Κώστας Τουρνάς
 
Τι να μας κάνει η νύχτα
μια νύχτα μόνο τι να μας κάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα
ν’ αγαπηθούμε πια δε μας φτάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα, δε φτάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα, δε φτάνει

Πριν γεννηθώ εγώ
πριν γεννηθείς εσύ
πριν να σε πρωτοδώ
πριν να με πρωτοδείς
ερωτευμένοι ήμασταν, ήμασταν, ήμασταν

Τι να μας κάνει η νύχτα
μια νύχτα μόνο τι να μας κάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα
ν’ αγαπηθούμε πια δε μας φτάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα, δε φτάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα, δε φτάνει

Πριν πρωτοαγαπηθώ
πριν πρωτοαγαπηθείς
πριν πρωτοφιληθώ
πριν πρωτοφιληθείς
ερωτευμένοι ήμασταν, ήμασταν, ήμασταν

Τι να μας κάνει η νύχτα
μια νύχτα μόνο τι να μας κάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα
ν’ αγαπηθούμε πια δε μας φτάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα, δε φτάνει
Τι να μας κάνει η νύχτα, δε φτάνει
Τί να μας κάνει η νύχτα
 

Άναψε φωτιά - Κώστας Τουρνάς
 
Φταίει ο έρωτας και η άνοιξη,
φταίν’ τα μάτια σου και συ.

Φταιν’ τα χείλη σου και τα λόγια σου
κι η ζωή που είναι νησί.

Κι άναψε φωτιά που δε σβήνει,
άναψε φωτιά.
Άναψε, με καίει, δε μ’ αφήνει,
άναψε φωτιά.

Άναψε φωτιά, με τρελλαίνει,
άναψε φωτιά.
Άναψε φωτιά, και θα μένει
πάντοτε φωτιά.

Φταίει το αίνιγμα, το περπάτημα,
φταίει το κόκκινο κρασί.

Φταίει το άγγιγμα και το φίλημα,
φταίω εγώ, μα φταίς και συ
 
 
 
 
Έχω ένα καράβι, τρικάντουνο,  μεγάλο, στιβαρό, αγέρωχο,
ξύλινο, να μυρίζει βερνίκι,
 βαμμένο σπιθαμή προς σπιθαμή με το χέρι.
Καράβι, σπίτικό.
Έχω έναν΄άνεμο να το χαιδεύει.
Και μια ανείπωτη, ξαφνική χαρά.
Έχω μια εικόνα κάπως αλλιώτικη,μα και τούτη δική μου είναι
Έχω δυο μάτια παιδικά που λίγο ξέφυγαν απ τη μελέτη,
αλλά ίσως να ναι και  ιδέα μου.
Στ αμπάρια του κρυμμένοι θησαυροί, δικοί μου.
Μάτι ακόμα δεν κατάφερε να τους δει.
Έχω ένα λιμάνι μικρό, κρυμμένο, πίσω από φουρτούνες και κύματα.
Και εκεί χωμένο το καράβι μου.
Από τότε που το καράβι φάνηκε καθαρά στον ορίζοντα
έχω και έναν προορισμό.
Μοναδικό.
Εδώ, στου δρόμου τα μισά.
Απόψε έχω και απόφαση.
Σκληρή, βελουδένια, αγαπημένη, επώδυνη,
μα είναι απόφαση.
Και δεν γίνεται ν αλλάξει.
Όχι πια.
Λάμψη ξαφνική η μέρα τούτη.
Πριν κλείσει η τέταρτη.
Χαρά. Γέμιση.
Καλό βράδυ.

Αλλαγή πλευρού

 Το δάκρυ - Έλλη Πασπαλά
 
Είδα χθες στον ύπνο μου να μ’ έχεις αγκαλιά
Ξύπνησα και δίπλα μου μονάχα ερημιά

Δάκρυ που κυλάς στο μαξιλάρι μου,
ζάλισε με ν’ αποκοιμηθώ
Πως ξαπλώνει στο κρεβάτι πλάι μου
άλλη μια φορά να ονειρευτώ

Γέλαγες στον ύπνο μου, με γέμιζες φιλιά
Ξύπνησα και δίπλα μου γελούσε η μοναξιά...

Δάκρυ που κυλάς στο μαξιλάρι μου,
ζάλισε με ν’ αποκοιμηθώ
Πως ξαπλώνει στο κρεβάτι πλάι μου
άλλη μια φορά να ονειρευτώ
 
 
Τραγούδια του ύπνου.
Μνήμη
Ταξίδι
παραμιλητό.
Ασφυξία.
Καμία χαραμάδα να χωρέσει ο Αγέρας.
Συντροφιά τα τραγούδια
έκφραση σκληρή αδυσώπητη.
Ανίλεη.
Για τις σιωπηλές μέρες.
Ξημερώνει σε λίγο τέταρτη.
Μπορώ
θέλω
μπούρδες.
Αναζήτηση και λαχτάρα είναι οι  σωστές λέξεις.
Κουρνιαχτό, προστασία, φωλιά.
Ταίρι.
Αλλαγή πλευρού.
Προς το Νοτιά.
Καληνύχτα
 


Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Δευτέρα



 
 

Ριφιφί - Στίχοι - Φίλα με

Τι πιο όμορφο σ’ αυτή τη ζωή
απ’ τη λάμψη των δικών σου ματιών
τι πιο όμορφο και πιο λαμπερό
σ’ έναν κόσμο που φοβάται το φως.
Τι πιο όμορφο και πιο μαγικό
απ’ το πάθος των δικών σου φιλιών
την ανάσα σου όταν νιώθω καυτή
στη φωτιά της μαθαίνω να ζω.
Φίλα με πάλι φίλα με, αγκάλιασέ με
μεσ’ στο κορμί σου να κρυφτώ.
Φίλα με πάλι φίλα με, ξημέρωσέ με
σ’ ένα ταξίδι ερωτικό.
Με το γέλιο σου νιώθω πως ζω,
με το δάκρυ σου νιώθω πως χάνομαι
τι πιο όμορφο και πιο δυνατό
απ’ αυτό που για σένα αισθάνομαι.
Η αλήθεια και το ψέμα εσύ
κι όλα τ’ άλλα στον κόσμο κομμάτια
τι πιο όμορφο πάνω στη γη
απ’ τα δικά μας ατέλειωτα βράδυα.
Φίλα με πάλι φίλα με, αγκάλιασέ με
μεσ’ στο κορμί σου να κρυφτώ.
Φίλα με πάλι φίλα με, ξημέρωσέ με
σ’ ένα ταξίδι ερωτικό.
Φίλα με πάλι φίλα με, αγκάλιασέ με
μεσ’ στο κορμί σου να κρυφτώ.
Φίλα με πάλι φίλα με, ξημέρωσέ με
σ’ ένα ταξίδι ερωτικό
σ’ ένα ταξίδι ερωτικό
σ’ ένα ταξίδι ερωτικό
 




Κάτι αλλιώτικο η Δευτέρα τούτη.
Διπλή όψη.
Απ το χάραμα.
Η θάλασσα ταυτόχρονα δυό χρώματα
μαζί.
Λέξη και πόλεμος.
Πέμπτη και Δευτέρα.
Πληρότητα και κενό.
Τα σημαδια που έβαλα στην άμμο και έμειναν αμετακίνητα εκεί.
Τοίχος πεσμένος, φαγωμένος απ τη θάλασσα
και το τραγούδι της.
Άφεση.
Σήμερα το σούρουπο μου ήρθε στο μυαλό, ο παφλασμός
του πρωινού.
Και ο ήχος καικιού που ξεκινάει χαράματα
-ακανόνιστος ήχος-
 μόνο και μόνο για να ψιθυρίσει
πως η μέρα ξεκίνησε σε δυό ζευγάρια παιδικά αυτιά.
Να γίνουν λέξεις να αφηγούνται
Να γίνουν αισθήσεις ,ν αγαλιάζουν
Και χέρια στιβαρά, να αγκαλιάζουν.
Τη ζωή, τα όνειρα τα παραμύθια.
Πειρατές και νεράιδες.
Καλό βράδυ.
 
 Ερωτική εξομολόγηση - Ριφιφί
 Σε κάθε κίνησή σου υποφέρω
Νόμιζα πώς σε ήξερα, μα δε σε ξέρω
Σε κάθε σου ματιά, κάθε σου βλέμμα
Υπάρχει μια αλήθεια και ένα ψέμα, τι να πω.
Μυστήριο ο έρωτας μαζί σου.
Το πάθος και η ηδονή απ’ το κορμί σου
Κάθε αμφιβολία μου λυτρώνει
Και αισθάνομαι πως είμαστε οι μόνοι εραστές.

Καίγομαι γλυκά στη φλόγα σου
Νιώθω σαν Θεός στο σώμα σου
Γίνομαι καπνός που σε τυλίγει με ένα φιλί
Και σε αγγίζει κάθε στιγμή

Η εικόνα σου σημάδι στο μυαλό μου
Γεμίζει κάθε βράδυ το κενό μου.
Αγάπη μου ανεξίτηλη στο χρόνο
Τα λάθη σου έχω μάθει να πληρώνω, τι να πω....

Καίγομαι γλυκά στη φλόγα σου
Νιώθω σαν Θεός στο σώμα σου
Γίνομαι καπνός που σε τυλίγει με ένα φιλί
Και σε αγγίζει κάθε στιγμή


Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Το παλιό ρολόι

 
Το παλιό ρολόι - Γιάννης Καλατζής
 
Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού
στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού.
Είχε βασιλέψει και με φίλαγες
κοίταζες τα τρένα και δε μίλαγες.

Χάθηκες μέσα στ’ απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά.

Στο παλιό μας σπίτι κάθε δειλινό
βγαίνω στο κατώφλι και σε καρτερώ
Και περνούν τα τρένα και σφυρίζουνε
μα τα χελιδόνια δε γυρίζουνε.

Χάθηκες μέσα στ’ απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά
 
Η διάθεση είναι τέτοια. Κυριακή βράδυ. Χωρίς σχόλια, χωρίς αντιρρήσεις.
Τραγούδι, στίχος και λίγο κρασί.
Καλό βράδυ.
 

Συμπτώσεις

 
Ψυχές και σώματα - Χαρούλα Αλεξίου
Στην προηγούμενη ζωή μου είχα φτάσει
Να σ’ αγαπήσω, να σε νιώσω, να σε βρω
Κι ύστερα απ’ αυτό μ’ είχες καταδικάσει
Ως την επόμενη ζωή να σ’ αγαπώ

Γι αυτό κι εγώ ξαναγεννήθηκα μικρό μου
Τι σημασία έχει από ’δω κι εμπρός
Αν θα ’σαι εσύ που θα ορίζεις τ’ όνειρο μου
Ή θα ’ναι μοίρα χωριστή του καθενός

Ψυχές και σώματα στο χρόνο γυρνάνε
Αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή

Η μοίρα τώρα από κοντά σου δε με παίρνει
Τίποτα δε νικάει πια το παρελθόν
Κι όλο μια άγνωστη φωνή με γυροφέρνει
Μου λέει τα μάτια μη σηκώνεις απ’ αυτόν

Αυτός ο άνθρωπός θα σε καταδιώκει
Σαν ενοχή που δεν ξεπλήρωσες ποτέ
Κι αν στην επόμενη ζωή του πεις το Όχι
Πάλι μπροστά σου θα τον βρεις θέλεις δε θες.

Ψυχές και σώματα στο χρόνο γυρνάνε
Αλλάζουν ονόματα και πάλι απ’ την αρχή
 
 
Τις μέρες που δεν είμαι καλά, από πολύ μικρή, έβαζα να ακούω Χαρούλα σκέτη.
Τυχαία αναπαραγωγή, όλοι οι δίσκοι, ξανά και ξανά.
Και απ το πρωί μέχρι τώρα η Χαρούλα αντηχεί στ αυτιά,
δίνει λέξεις,
δίνει χρώμα,
ελπίδα,
πείσμα,
θλίψη,
πόνο,
νόημα.
Σε μια Κυριακή που δεν φτάνει, περισσεύει
και θα συνεχιστεί και αύριο.
Τουλάχιστον τα δυο τραγούδια της μέρας καταλαβαίνουν από λογική,
από συμπτώσεις
και τυχαία γεγονότα.
Και τους βάζουν φωτιά, ειρωνικά και υπεροπτικά.
Απ την Ανατολή μέχρι τη Δύση και απ το παλιά μέχρι το πάντα.
Αδύναμο το οχυρό τεράστια τα λάφυρα.
Μάτια-γέλιο-χέρια-αγκαλιά.
Εικόνες.Αναλαμπές.Φευγαλέες.Επίμονες.
Ουφφφ...
 

Την Κυριακή σαν ξυπνήσω γέλα μου

Οι δρόμοι - Χάρις Αλεξίου
 
Εσύ κι εγώ κι οι δρόμοι,
το φως δε λέει συγγνώμη,
τρέμει, χαράζει κι ανασταίνεται,
μάτια που κλαίτε μ' αρρωσταίνετε
ζητώντας τ' όνειρο
μια ζωή παραμύθι κι όνειρο.


Κλειδί που σπάει στη μέση
η λογική μου κι η τρέλα μου
μια μολυβιά στη φανέλα μου
την Κυριακή σαν ξυπνήσω γέλα μου
,
-φοβάμαι φως μου-
μ' ένα σώμα μια ψυχή
δίδυμος γκρεμός η ενοχή.

Εμείς οι δυό κι οι φόβοι
ψωμί ζεστό που κόβει
ένας εργάτης κάπου απέναντι
όσα σου δίνω είναι έναντι
σε κάποια πρέπει μου

μια ζωή να χωράει στη τσέπη μου
 
Στίχο το στίχο, στροφή τη στροφή,
 ολόκληρο το τραγούδι ερχόταν όλο το βράδυ στον ύπνο
 μου και με ξύπναγε.
Έμπαινε στα όνειρά μου βασανιστικά,
 σαν μια παρουσία που απουσιάζει,
 σαν μια σκέψη που στοιχειώνει
 ταλαιπωρεί τρελαίνει.
Παραμύθι και όνειρο.
Το πρώτο Σάββατο βράδυ μετά από μήνες.
Την Κυριακή σαν ξυπνήσω γέλα μου...
Οπωσδήποτε θάλασσα
Καλημέρα

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Κολοκυθόπιτα γλυκειά

Θα χρειαστούμε
1 κιλό κολοκύθα κόκκινη τριμμένη και στραγγισμένη πολύ καλά
2 φλυτζάνια του καφέ ρύζι καρολίνα
1 πακέτο σταφίδες ξανθές
Κάνέλλα τριμμένη μπόλικη
Καρύδια προαιρετικά
Ζάχαρη ανάλογα με το πόσο γλυκειά την προτιμάει ο καθένας,( καλύτερα μαύρη )
Δυό τρία φύλλα ανοιγμένα με το χέρι
Ψήσιμο ανάλογα με το φούρνο στους 180 βαθμούς







΄Εχει μοσχοβολήσει το σπίτι κανέλλα και κολοκύθα όσο ψήνεται...
Ανυπομονώ.
Όσοι πιστοί κερνάμε...
Καλησπέρα
 


Mανωλάδα



Δεν  υπάρχει μεγαλύτερη κωλοφάρα από τους νεοέλληνες. Όλοι απ' τη Μανωλάδα καταγόμαστε

Τάσος Θεοδωρόπουλος.
Δεν με αφορά αν θυμώσεις κι αν με απειλήσεις μπουζουκόκαβλε φασίστα νεοέλληνα. Που έχεις κάνει τη χώρα μου να αντανακλά το βρώμικο χνώτο από τα σαπισμένα δόντια σου κι εμένα εξόριστο. Εσύ γιόρτασες προκαταβολικά το Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα. Πυροβολώντας στο ψαχνό 200 εξαθλιωμένους Μπαγκλαντεσιανούς που ήθελαν τα δεδουλευμένα τους για να τρως φραουλίτσες.

Καταλαβαίνεις; Όχι δεν καταλαβαίνεις. Ένα γεγονός που σε όποια χώρα αν συνέβαινε, θα ήταν πρωτοσέλιδο. Θα έπεφταν κεφάλια. Είδα τις σημερινές εφημερίδες. Μόνο δύο το είχαν κύριο πρωτοσέλιδο. Οι υπόλοιπες στα ψιλά. Σκέψου τώρα πως θα το χειριζόντουσαν οι πουτάνες της ενημέρωσής σου, αν συνέβαινε το αντίθετο. Αν κάποιοι Μπαγκλαντεσιανοί είχαν πυροβολήσει στο ψαχνό 200 Έλληνες. Εθνική ντροπή και δικαίωση της Χρυσής Αυγής. Λίγο πριν το Πάσχα. Με τα media να θεωρούν πιο σημαντικό θέμα τα κατασκευασμένα χαράτσια και τις δηλώσεις των τραβεστί πολιτικών. Σου είναι αρκετό τώρα να καταλάβεις τι ψηφίζεις; Τι υποστηρίζεις; Σε τι είσαι συνένοχος;
Ναι, ας μας κάνουν λιώμα όχι μόνο οι τρόικες, αλλά ο οποιοσδήποτε. Μας αξίζει. Επηρμένα αρχίδια με γούνα δολοφονημένης αλεπούς είμαστε εδώ και δεκαετίες. Κι αυτό πληρώνεται. Με στρατόπεδα συγκέντρωσης λαθρομεταναστών, αυτών τουλάχιστον που δεν μας κάθονται να τους πηδήξουμε τσάμπα. Και στη Γερμανία, όταν αποκαλύφτηκαν οι θηριωδίες του Άουσβιτς, αυτό λέγανε οι γείτονες: "Μα δεν φανταζόμασταν τι συνέβη". Όλη η νεοελληνική οικονομία, το θαύμα (?) της και η κατάρρευση της, εκεί βασίστηκε. Στη συνενοχή μπάτσων και αρχόντων.

"Εικόνες που προκαλούν ντροπή" λένε τα τσόλια των ειδήσεων. Όχι. Εικόνες που προκαλούν οργή. Σε ένα κράτος, που δημοσιεύει άμεσα φωτογραφίες από δούλες πόρνες με HIV, αλλά δυσκολεύεται να δημοσιεύσει φωτογραφίες των δολοφόνων στη Νέα Μανωλάδα. Προφανώς επειδή δεν αποκαλούν δημόσιο κίνδυνο για τους Έλληνες.

Λες και κανείς δεν ήξερε, χρόνια τώρα, τι εθνικότητας είναι οι πουτάνες που πληρώνουμε 10 ευρώ για να τις ξεφτιλίσουμε στο πήδημα. Λες και κανείς δεν ξέρει τόσα χρόνια τι εθνικότητας είναι αυτοί που μας αδειάζουν τους βόθρους και μας μαζεύουν τα βιολογικά οπωροκηπευτικά για να έχουμε καλά την υγειά μας. Με το ένα δέκατο των χρημάτων που εμείς, ως περήφανοι Έλληνες, συνεχίζουμε να πληρώνουμε για να πιούμε μια βότκα σε ένα κωλόμπαρο.

Η βία φέρνει βία. Και ειλικρινά στο λέω, ακόμα και τον πιο αγαπημένο μου άνθρωπο στον κόσμο, δηλαδή τη μάνα μου, αν αύριο κάποιος λαθρομετανάστης τη σφάξει για να τη ληστέψει, δεν μπορώ να τον κατηγορήσω. Θα θελήσω να τον εκδικηθώ, να τον δολοφονήσω, αλλά θα σταματήσω. Γιατί η μάνα μου ήταν αυτή που με έμαθε να σέβομαι την ανάγκη του άλλου για φαΐ και αξιοπρέπεια. Το θυμό του απέναντι στον εξευτελισμό που του δείχνουμε ακόμα και με τη φυματική μας, ανταλλακτική φιλανθρωπία.. Η μάνα μου μέ έμαθε να αγαπάω τον άνθρωπο, ακόμα και στη χειρότερη εκδοχή της φύσης του και να τη δικαιολογώ. Ειδικά αν αυτή τη χειρότερη εκδοχή, την προκάλεσα εγώ με τη ναρκωμένη συνενοχή μου, σε ένα ανθρωποφαγικό σύστημα με Θεό το χρήμα και σφαχτό για θυσία τον άνθρωπο.

Η μάνα μου με έμαθε ότι ο χριστιανισμός, στον πυρήνα της φιλοσοφίας του, είναι αδελφικός με την ιδεολογία (δε μιλάω για την εφαρμογή) του κομμουνισμού. Όλα τα υπόλοιπα, είναι απλές δικαιολογίες. Λίγο πριν το Πάσχα που θα γιορτάσεις τη θυσία του Θεανθρώπου για τη δική σου σωτηρία. Αξιοπρεπής και αδιάφορος απέναντι στη θυσία όλων όσων σου παρέχουν την επίπλαστη ευημερία σου. Αδιάφορος απέναντι στον μετανάστη και τον διαφορετικό από σένα, όσο δεν έχεις κέρδος να τον χρησιμοποιείς. Κι αγκαλιά με μια κολόνα του Παρθενώνα, που θα σου συνιστούσα ειλικρινά, να τη βάλεις στον κώλο σου. Όπως χώνεις τη σούβλα στο αρνί, μπας και αποκτήσεις ανθρώπινη γεύση. Όταν θα έρθει η ώρα να σε φάνε. Με γαρνιτούρα φραουλίτσες από τη Νέα Μανωλάδα, ποτισμένες αίμα που έχυσες. Καλό μου Πάσχα μικρό μου σφαχτό. Δε φταίω εγώ αν προτίμησες να βελάζεις ενώ μπορούσες να μιλήσεις
 
 
 
Δεν είναι πως δεν έχω δικές μου λέξεις να κατηγορήσω,, να αγαναχτίσω να ξεσπάσω για όλα τούτα που γίνονται κάθε μέρα με την ανοχή μας, με την ψήφο τους, με την βλακεία που ριζώνει ολοένα και πιο βαθειά, με την αμορφωσιά που μας τυλίγει καθημερινά και οργανωμένα, με τη φτώχεια στην οποία τους επιτρέψαμε να μας πετάξουν, στην ανεργία που βιώνουν ολοένα και περισσότεροι, στα όνειρα που στερούν από τα παιδιά μας και στην ανέχεια που σε κάποιον πρέπει να φορτώσουμε.
Διαβάζω για τα καθημερινά τους εγκλήματα, ακούω 20χρονα παιδιά να μου λένε κατάμουτρα ζήτω η χρυσή αυγή, ανθρώπους υπεράνω υποψίας να παραδέχονται οτι ψήφισαν χρυσή αυγή , ανθρώπους καθημερινούς δίπλα μου στο λεωφορείο να διαβάζουν φυλλάδες της χρυσής αυγής , με τρύπια παπούτσια, που δεν θα τα κοίταγα στην καμία των περιπτώσεων, αλλά παρατηρώ μπας και βρω εξήγηση, μπας και καταλάβω, μπας και τους δώσω να καταλάβουν.
Να καταλάβουν ποιό είναι το χέρι που όπλισε τα χέρια των μπράβων της Μανωλάδας
Και μόνο μια φράση αυτές τις στιγμές αντηχεί στ αυτιά...
Τον φασισμό βαθιά κατάλαβε τον. Δεν θα πεθάνει μόνος τσάκισε τον.
 
 

Σάββατο

Πριν λίγο βγήκα έξω στη βεράντα.
Η γης μύριζε Πάσχα.
Ανθισμένη Πασχαλιά και φρέζες.
Και ενώ πελάγωσα για μια στιγμή ανάμεσα στις μέρες που πληθαίνουν ή λιγοστεύουν
μια βδομάδα απόμεινε για το νησί
και περίπου μισός μήνας ακόμα...
εμφανίστηκε μπροστά μου τούτη δω η εικόνα.
Χρώμα ταξίδι και όνειρο.
Αγιάσος, Μυτιλήνη.
Πανέμορφη δεν είναι;;;
Καλημέρα....
Πάρε με στ όνειρο μαζί σου - Αλκίνοος Ιωαννίδης Ελένη Τσαλιγοπούλου
Πάρε με στ’ όνειρο μαζί σου
άλλο πρωί να μη με βρει
στον άδειο κόσμο τον επάνω
σ’ αυτή την άδικη ζωή

Πάρε με στ’ όνειρο μαζί σου
κοντά σου να ξενιτευτώ
πόσο ν’ αντέξω παραπάνω
της μοναξιάς τον πυρετό

Αχ πως σ’ αγαπώ για να πιστέψεις τι να πω
Πως είναι ο κόσμος αδειανός χωρίς εσένα
πως είναι η νύχτα μια πληγή χωρίς εσένα
πως είναι μαύρη η ζωή χωρίς εσένα

Δώσ’ μου του ονείρου σου τα μάτια, να ταξιδέψω εκεί που πας
στα μυστικά σου μονοπάτια, που χρόνια μόνος περπατάς
Δώσ’ μου του ονείρου σου τα μάτια, θέλω να ξέρω αν μ’ αγαπάς
ή μήπως μου κρατάς γινάτια, όταν σε κάνω και πονάς.

Αχ πως σ’ αγαπώ για να πιστέψεις τι να πω
Πως είναι ο κόσμος αδειανός χωρίς εσένα
πως είναι η νύχτα μια πληγή χωρίς εσένα
πως είναι μαύρη η ζωή χωρίς εσένα


Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Αντιδράσεις

 
Μες το φως - Γαλάνη Δήμητρα
Μες στο φως
έφευγες μες στο φως
γινόσουν χωρισμός
έμενα πίσω εγώ
Σ’ όνειρο είχα δει
φινάλε και αρχή
κι έτρεμε το φιλί
στα δύο μην κοπεί
Έφυγες τη στιγμή
που σου `χα αφεθεί
που είχα αφεθεί...

Δεν είσαι εδώ
Δεν υπάρχεις πια μες στη ζωή μου
Δεν είσαι εδώ
Τώρα η νύχτα μετράει την αντοχή μου
Δεν είσαι εδώ, δεν είσαι εδώ...

Μες στο φως
έφυγες μες στο φως
έγινες χωρισμός
έμεινα πίσω εγώ
Σ’ όνειρο είχα δει
φινάλε και αρχή
κι έτρεμε η φωνή
μη σπάσει και φανεί
Έφυγες τη στιγμή
που σου `χα αφεθεί
που είχα αφεθεί
 
 
 
Απόψε θα θελα να τραγουδήσω.
Κόμπος τραγούδι και φρένο.
Θα θελα να λιγόστευα τις λέξεις. Και τις αντιδράσεις .
Θα θελα να βγω στη νύχτα και να συναντήσω δυνατό Αγέρα να στεγνώσει τις σκέψεις.
Τις σκέψεις του άγχους, του φόβου, της φυγής.
Απόψε θα θελα να δυναμώσω τη μουσική και να ακούσω λέξη προς λέξη όλα τα τραγούδια που κρύβουν ξυράφια στα ντουλάπια τους.
Ξυράφια εν κινήσει.
Μάτια ξυράφια.
Και ενώ οι πόρτες έκλειναν απόψε η μια μετά την άλλη, τα πόδια πέτρωναν στη γη.
 Και το χάδι που έλειψε, θέριεψε έγινε λέξη φωνή, πείσμα και πληγή. Συγνώμη.
Και ας μην ύπάρχει πλέον κανένας χτεσινός.
Μακάρι να ήταν όλα χτεσινά
Και τούτη η βραχνάδα της Γαλάνη να ξεγυμνώνει λέξεις  εικόνες στιγμές, εικόνες ταξίδια.
Μες το φως που μπήκε απ την πόρτα που άνοιξε με φόρα
τελευταία φορά έτσι...
 
 
 
 
Έφυγες νωρίς - Ελευθερία Αρβανιτάκη
Έφυγες νωρίς, ούτε που πρόλαβα ν’ αρχίσω
Έφυγες νωρίς, μα είχα κι άλλα να σου πω
Λόγια μυστικά, την άλλη όψη σου ν’ αγγίξω
Λόγια μαγικά από έναν κόσμο μου κρυφό

Έφυγες νωρίς, κομματιασμένες υποσχέσεις
Έφυγες νωρίς, χειρονομίες βιαστικές
Έκλεισες σιγά την πόρτα μήπως με πονέσεις
Βρήκες τελικά δυο τρεις κουβέντες τυπικές

Ποιος φωνάζει, ποιος πληγώνει τη σιωπή;
Τι να θέλει να μου πει;

Έφυγες νωρίς και όλα μείνανε στη μέση
Ό,τι και να πω, ακροβασία στο κενό
Τόση μοναξιά σε ποιο αστείο να χωρέσει
Τίποτα δε ζω που να μη φαίνεται φτηνό
 
  Το τραγούδι της ερήμου - Γιάννης Κότσιρας
Ακόμα κι αν φύγεις
για το γύρο του κόσμου
θα’ σαι πάντα δικός μου
θα είμαστε πάντα μαζί

Και δε θα μου λείπεις
γιατί θα `ναι η ψυχή μου
το τραγούδι της ερήμου
που θα σ’ ακολουθεί

Τα ήσυχα βράδια
η Αθήνα θ’ ανάβει
σαν μεγάλο καράβι
που θα `σαι μέσα κι εσύ

Και δε θα σου λείπω
γιατί θα `ναι η ψυχή μου
το τραγούδι της ερήμου
που θα σ’ ακολουθεί

Τα ήσυχα βράδια
θα περνάει φωτισμένο
της ζωής μου το τρένο
που θα `σαι μέσα κι εσύ

Και δε θα σου λείπω
γιατί θα `ναι η ψυχή μου
το τραγούδι της ερήμου
που θα σ’ ακολουθεί
Και τελικά η μέρα θα πάρει μουσική
 απ το τελευταίο τραγούδι.
Μόνο επειδή ξέρω.
Και η γνώση είναι δύναμη, εκεί βαθειά στην ψυχή.
Ποτέ.
Δεν ξεχνώ.
Καλό βράδυ.

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Καθρέφτης

 
 
Ξαφνικός έρωτας - Ελένη Βιτάλη
Έλα λίγο
μόνο για λίγο
ζω και ξαναζώ
κάθε μας στιγμή
σε χώρο μυστικό
καρδιά μου σ’ ανταμώνω

Έλα λίγο
μόνο για λίγο
μέσα μου σιωπή
μίλα μου εσύ
όλη μου η ζωή στα χέρια σου κλεισμένη

Έλα λίγο
μόνο για λίγο
ζω και ξαναζώ
κάθε μας στιγμή
σε χώρο μυστικό
καρδιά μου σ’ ανταμώνω

Έλα λίγο μόνο για λίγο
 
Σημερα ολη μερα, θαρρεις κ ειχα 2 ματια καρφωμενα πανω μου.
Να σταζουν μέλι.
Σαν να βλεπα εμενα μεσα απο καθρεφτες.
Πολλαπλό το είδωλο,απόλυτη η ταύτιση.
Κουρτίνες βαριές, παιδικές φωνές, συναίσθημα, ηρεμία, γαλήνη, στο νεφέλωμα,
Παραμύθι, όνειρο, ταξίδι.
Κούμπωμα και στα τρία.
Αντάριασμα τ Αγέρα σε όλη του την ένταση
 Ανάμεσα στο τί , το πώς, το γιατί, ανάμεσα στο ποτέ στο πάντα και στο από πάντα.
Και ενώ το τελευταίο οχυρό έπεσε, σχεδόν αμαχητί, πλέον δεν έχω τίποτα να μένει πίσω.
Πανιά ανοιχτά σε ιστιοφόρο παλιό ξύλινο, απ αυτά με τα κάθετα κατάρτια, που βοηθούν τα πανιά να ορτσάρουν περισσότερο, απ τη δύση μέχρι την ανατολή- ταξίδι.
Γλύκα να μπάζει από παντού, ασήμι η θάλασσα και μια μυρωδιά να τρυπάει το είναι μου.
Δεν έχω πολλές λέξεις απόψε.
 Φόρτιση, συναίσθημα και γέμιση.
Του φεγγαριού, τ Αγέρα, της Θάλασσας.
Τις ώρες που γίνονται ένα.....

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Πέρδικα

 
 
Πέρδικα - Παραδοσιακό Λέσβου
 

Μια μάνα που 'χε ένα γιο,
μα ήταν λωλοπαρμένη
δεν είχε την υπομονή
για να το αναθρέψει,
και στην ποδιά της το 'βαλε,
πάει να το ρεματίσει.

Στο δρόμο που επήγαινε,
στη στράτα που πηγαίνει
μια πέρδικα την απαντά,
μια πέρδικα της λέγει:

-Μωρή σκύλα, μωρή άνομη,
μωρή μαριολεμένη,
εγώ έχω δεκαοχτώ πουλιά,
πάσχω να τ' αναθρέψω
και συ έκανες χρυσόν υγιό,
πας να τον ρεματίσεις;

Και στην ποδιά της το 'βαλε,
στο σπίτι της πηγαίνει
το έβαλε στην κούνια του,
το τραγουδά και λέει:

-Γιε μου σαν γίνεις κυνηγός,
σαν γίνεις παλικάρι,
σαν ανταμώσεις πέρδικα,
να μην τήνε σκοτώσεις.
Η πέρδικα είναι η μάνα σου
κι εγώ η μητριά σου
 
Τραγούδι παραδοσιακό του νησιού.
 Και μιας και οι μέρες σιμώνουν, ο νόστος πληθαίνει, η ανάγκη για επιστροφή στις ρίζες μεγαλώνει.
Αρχική προσέγγιση οι μουσικές.
Το παραπάνω τραγούδι είναι παραλογή του παραδοσιακού , το οποίο βρίσκεται στη συλλογή Λέσβος Αιολίς.
Για περισσότερα, βαριά τραγούδια σαν την παράδοση του νησιού,  εδώ .
 
Και εδώ το δικό μου αγαπημένο....
Αμύγδαλο ετσάκισα...
 


 
Σαντούρι, βιολί και μπάλος...
Ποιός ψήνεται??
:P:P

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Ο Σαρακηνός κουρσάρος


Ο Σαρακηνός κουρσάρος - Χαϊνηδες
 
Τις νύχτες του καλοκαιριού πού `ριχνε τα μαλλιά σου
ένα αεράκι νοτικό μες στη θολή ματιά σου
θυμάσαι το μπάρμπα Στελλή με τσ’ ώρες να μιλεί
για ένα μικρό Σαρακηνό κουρσάρο τον Αλή;

Μικρό παιδί το πήρανε και το `ψησε η αρμύρα
τρανός κουρσάρος γίνηκε, έτσι το `γραφε η μοίρα
έλεγε ο γέρος κι έπεμπε το λογισμό μου αλλού
μα επάτουνα στα χνάρια σου στην άκρη του γιαλού

Σ’ ένα ακρογιάλι μια βραδιά, στου φεγγαριού τη χάση
άραξε τη γαλέρα του μέχρι ο νοτιάς να πάψει
και μάγεψε τη σκέψη του μιας κόρης το φιλί
και η γαλέρα εμίσεψε με δίχως τον Αλή

Ήτανε λέει στη φύση του καράβια νε κουρσεύει
και πολιτείες μακρινές κι άγνωστες να γυρεύει
κι έφυγε από την αγκαλιά της κόρης μια βραδιά
με σύντροφο αγιάτρευτη πληγή μες στην καρδιά

Ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί κοντά στην άκρη
της ιστορίας τού `φευγε του γέρου ένα δάκρυ
άμμος λέει πως τού `μπαινε στα βλέφαρα βαθιά
που σήκωνε απ’ τη θάλασσα η δυνατή νοθιά

Μάδησε ο χρόνος σαν παιδί της νιότης το λουλούδι
μα εγώ σε φύλαξα ακριβή σ’ ένα φτωχό τραγούδι
φαίνεται πως σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ πολύ
γιά να δακρύζω σαν μιλώ για το μικρό Αλή



Έχω ένα σπίτι..Στο νησί, δίπλα στη θάλασσα.Πετρόχτιστο.
Ξύλινα παράθυρα, βαριά, παλιό ξύλο, να μυρίζει κάθε που τα ανοίγω. Καφέ σκούρο.
Κάθε που ανοίγουν τα παράθυρα, τρίζουν οι μεντεσέδες, και στερεώνονται με εκείνα τα σίδερα σαν σβουρες στις άκρες.Το σπίτι μου έχει μεγάλη βεράντα.Με βότσαλο κάτω. Όχι αγορασμένο.Απ τη παραλία βότσαλα διαλεγμένα ένα ένα. Συναρμολογημένα μ αγάπη. Από εμάς. Και στην άκρη μια χτισμένη ψησταριά και μια πέτρινη βρύση. Μπάλες, ποδήλατα και κουβαδάκια στην άκρη. Και ακριβώς δίπλα πολλά ζευγάρια παντόφλες παρατημένες.Καινούριες.
Στην άκρη της βεράντας κληματαριά με σταφύλια λευκά να κρέμονται, και στην άλλη μεριά μια καγκελόπορτα ξύλινη.Μετά την καγκελόπορτα σκάλα πλατιά τσιμεντένια, άφτιαχτη να κατεβάζει στο δρόμο της γαλήνης. Στη θάλασσα.Η θάλασσα στη σκάλα.Και ο παφλασμός στη βάση της. Μελωδία και νανούρισμα.Η θάλασσα.Και γύρω γύρω βράχια.Άγρια, καθάρια βράχια.
Δίπλα στη βεράντα περιβόλι. Φυτεμένα λαχανικά σε τάξη,και μια συστάδα δέντρα.
Σύκα βερύκοκα, αχλάδια, μπανάνες, κεράσια, βανιλιες, φρούτα κάθε λογιώ, για τα παιδιά.
Η πόρτα ξύλινη δίφυλλη.Μεγάλη. Σταθερή. Είσοδος.
Απλά τα έπιπλα, απέριττα, καθαρά και λίγα.Ν αστρ΄΄αφτει καθαριότητα και τάξη.
Ένας τοίχος βιβλιοθήκη.Χωρισμένος στη μέση. Του ταξιδιού και της θάλασσας. Λες και είναι άλλο.
Ανάκατα τόμοι, πολύχρωμα βιβλία, χαρτιά, τετράδια και περιοδικά. Και άλμπουμ. Πολλά , γεμάτα με φωτό και αγάπη.Στα  κάτω ράφια παιδικά βιβλία. Πολύχρωμα καινούρια, παλιά φαγωμένα απ τα δοντάκια της μικρής, σκισμένα απ τα χεράκια των μικρών, βιβλία ταξίδια .
Ακριβώς απέναντι καναπές. Μεγάλος, βαθύς, γωνία και αγκαλιά. Με μαξιλάρια στο πάτωμα.Μπροστα στο τζάκι.Στολίδια κοχύλια, ζωγραφιές και μπαμπούσκες.Και το παράθυρο στη θάλασσα.Στη μέση τραπέζι μεγάλο..Να χωράνε καθημερινά πολλά άτομα.Στα μεσημέρια του γέλιου.
Μια κουζίνα να ψήνει συνέχεια,φαγητό γλυκό και φιλί... και γέλια στους διαδρόμους, στον νεροχύτη στο μπάνιο.Όλα συναρμολογημένα με αγάπη.Γέλιο και παιχνίδι.Τα μεσημέρια μαζέματα. Τα μεσημέρια της επαρχίας. Που τα πάντα νεκρώνουν στη μια το μεσημέρι.Και ξαναζωντανεύουν στις 4.Για να βγούν τα παιδιά να παίξουν. Όλα μαζί.Στο σπίτι πολλά τα παιδικά κρεβάτια, ντουλάπες και τοίχοι ζωγραφισμένα με αγάπη. Πολλά τα γραφεία  μα πιο πολλά τα παιχνίδια. Άπό κείνα που φτιάχνουμε μόνοι μας και γελάμε, όχι από τ άλλα τα αγορασμένα που δεν χρειάζονται ούτε χρόνο ούτε προσπάθεια.Στο σπίτι τούτο όλα έχουν λόγο. Και σειρά. Αγάπη γέλιο κλάμα δάκρυ εναλλαγή.
Μαθήματα, ζωγραφιές, διάβασμα βιβλία., κολύμπι, ψάρεμα .Όλα έχουν τη θεση τους και βρισκονται σε τάξη. Στην αιώνια αρμονία της αγάπης. Έλα να πάμε μια βουτιά απόψε το βράδυ. Στο σπίτι της σκέψης και του μακροπρόθεσμου όνειρου. Ή ταξιδιού ή παραμυθιού.Εναλλαγή απροσδόκητη αναμενόμενη και φορτισμένη.
Η νύχτα κρύα απόψε. Βοριοανατολικός Αγέρας κατευθείαν απ το νησί.Γρέγος. Τα εισητήρια έτοιμα.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πού πήγε;;