Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Στάχτη - Φωτεινή Βελεσιώτου




Είχα δάκρυα για σένα 
με μαχαίρι ακονισμένα 
και μονάκριβα 
Έβρεχα μ αυτά τους δρόμους 
και όλο σήκωνα τους ώμους 
Και σου τα κρυβα
Και έλεγα πως δεν σου πρέπω
και απορούσες που τα βλέπω όλα ρόδινα
Και κοιμόσουν και ξυπνούσες
Και όλο κάτι καρτερούσες
που δεν στο 'δινα

Κρύψου τώρα να σε ψάξω
πάνω στην ζωή να κλάψω 
που αφήσαμε
Και αν σε βρώ και μ έχεις άχτι
Θα καώ θα γίνω στάχτη
Κι έλα Φύσα με

Τα νερά και τα ταξίδια μακρυά σου μοιάζαν ίδια
και μονότονα
Και όμως πάντα μ ένα βλέμμα
σου φαρμάκωνα το αίμα 
Και σε σκότωνα

Είχες δάκρυα για μένα
και με 'κάψαν ένα ένα
και όλα τα 'νιωσα
Να ξερες ωραία που σαι
Είμαι αυτός που σ αγαπούσε 
και μετάνιωσα.

Θαρρώ πως τόσο αισθαντική βραχνάδα είχε να φανεί χρόνια στο ελληνικό πεντάγραμμο.
Αγαπημένη Βελεσιώτου, σ ένα τραγούδι πολύ καινούριο...
Καλησπέρα.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Αγία Οικογένεια



Μεγαλώνουμε παιδιά.
Γινόμαστε μητέρες και πατέρες.
Και φροντίζουμε να μην τους λείψει τίποτα.
Η ακριβή φόρμα, τα πανάκριβα παπούτσια, τα παιχνίδια, οι βόλτες, τα φροντιστήρια, οι δραστηριότητες.
Φροντίζουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν όμορφα.
Όμορφα.
Γιατί τούτες είναι οι ομορφιές που μάθαμε ν αναγνωρίζουμε.
Οι ομορφιές του φαίνεσθαι.
Όμορφα, -μακρυά απ τον Αλβανό συμμαθητή τους, γιατί " δεν τους πάω τους Αλβανούς ρε παιδάκι μου"-.
Όμορφα, -αλάργα όμως από εκείνο το κορίτσι που ντύνεται σαν πουτάνα-.
Ήρεμα -μακρυά από εκείνη την οικογένεια όμως, ξέρεις τί ακούγεται για κείνη την οικογένεια-.
 Αρμονικά - μην ξαναφέρεις όμως στο σπίτι εκείνο το χοντρό παιδί, ή το άλλο που είναι πιο επιφυλακτικό και συνεσταλμένο ή χαζό ή ομοφυλόφιλο ή εκείνο το διαφορετικό από εμάς-.
Κάθε τόσο βρισκόμαστε με τα ξαδέρφια του, και τους θείους του. Γυρνώντας στο αυτοκίνητο
πρέπει οπωσδήποτε να κριτικάρουμε το ντύσιμο, την καταγωγή, την περιουσία,  το καινούριο έπιπλο,τον τρόπο που μιλάνε, το σπίτι που είναι καλύτερο ή χειρότερο απ το δικό μας.
Αυτή είναι η ομορφιά που έχουμε μέσα μας.
Αυτή είναι η ομορφιά που έχουμε να δώσουμε στα παιδιά μας.
Δίχως μια ματιά βαθειά μεσα στα μάτια τους.
Να παλέψουμε να δούμε πίσω απ το παραπέτασμα της ματιάς μας.
Κάπου ανάμεσα στη δουλειά, τις υποχρεώσεις, τα χρήματα, την διασκέδαση μας, το σερφάρισμα στο ίντερνετ. Και να καταλάβουμε πόση ζημιά έχουμε κάνει.
Μεγαλώνουμε παιδιά συμβουλεύοντας τα να κάνουμε αυτά που ποτέ δεν κάναμε εμείς.
Λες και τα παιδιά κατάλαβαν ποτέ από λόγια.
Πράξεις είναι εκείνες που στιγματίζουν τα παιδιά μας.
Τις αντιγράφουν.
Και είναι τούτο το μεγαλύτερο μας έγκλημα.
Που λιγοστεύουμε μέρα τη μέρα ή στερούμε εντελώς την αγάπη απ την ομορφιά της ζωής των παιδιών μας.
Τα μεγαλώνουμε ανάμεσα στη δική μας ζήλια, τη βία, την έχθρα, τον ρατσισμό, το μίσος το θυμό και τις απαιτήσεις.
Αυτό είναι το πιο μεγάλο μας έγκλημα.
Όλων μας.
Οι ρίζες του κάθε εγκλήματος, του πιο μεγάλου εγκλήματος βρίσκονται στις δικές μας ψυχές.
Της μάνας και του πατέρα. Της γιαγιάς και του παππού.
Του κάθε σπιτιού...
Κρίμα το παιδί.
Κρίμα.
Εμείς το σκοτώσαμε.
Έτσι το μεταφράζω εγώ το bulling, ή όπως αλλιώς το λέτε, με την φτωχή μου σκέψη.




Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Πού ΄ναι η μάνα σου μωρή;


Διαβάζω πολύ τούτο τον καιρό.
 Φεύγει ο χειμώνας γιομάτος αράδες, βιβλία και ταξίδια.
 Και πάντα σαν διαβάζω νιώθω πως γίνομαι ένα πόντο πιο ψηλή.
 Ένα κλικ πιο άνθρωπος.
Μόλις πριν λίγο τέλειωσα το " Πού ΄ναι η μάνα σου μωρή". 
Της Δήμητρας Πέτρουλα. 
Κόρης του Σωτήρη Πέτρουλα.
 Και θείας του άλλου Σωτήρη Πέτρουλα που σκότωσαν το 1965,του φοιτητή.
 Καπετάνιος του ΕΛΑΣ ο πατέρας της. Κομμουνιστής. 
Και γι αυτό του ξεκλήρισαν την οικογένεια.
Κυριολεκτικά. 
Γυναίκα, παιδιά, αγέννητο εγγόνι, ανίψια, αδέρφια.
Και άφησαν ένα κοριτσάκι τριών χρονών να γυρίζει πάνω στα πτώματα και να θηλάζει το στήθος της σκοτωμένης του μητέρας.
 Εμφύλιος. Κτηνωδίες.
 Σαν αυτές που βλέπουμε απ τους Τζιχαντιστές σήμερα και τις κατηγορούμε, δεν τις αντέχουμε να τις βλέπουμε. 
Κτηνωδίες που γινόταν στην αυλή μας, στην πόρτα μας. 
Εγκλήματα που έμειναν δίχως καταδίκη. 
Και εκτός από το άδικο, σιγά σιγά και συστηματικά σπέρνουν λήθη.
Μέσα στα χέρια που χαιρετάνε ναζιστικά, μέσα στους αγκυλωτούς σταυρούς που υπάρχουν μπροστά στα μάτια μας. 
Ανεξέλεγκτα.
Σκέψεις απλές στο τέλειωμα ενός βιβλίου.
Σκέψεις για κείνο το αίμα που δεν σταμάτησε ποτέ να ζητάει αναπαμό.
Βιβλία, αράδες θησαυροί.
Προίκα.
Προίκα που γνώρισα νωρίς.
Τούτο το βιβλίο το έχω ξαναδιαβάσει στο γυμνάσιο. 
Θυμάμαι την Φιλιώ να μου το αφήνει στα χέρια, στην παλιότερη του έκδοση βέβαια, 
μα θυμάμαι την εικόνα της , σαν να μου αποθέτει στα χέρια θησαυρό. 
Θησαυρό που ανακαλύπτω όσο μεγαλώνω, μέρα τη μέρα , βιβλίο το βιβλίο. 
Πόσο ευγνωμοσύνη και περηφάνια νιώθω κάθε που κλείνω ξανά στη δεύτερη ανάγνωση, -την πιο ενήλικη- ένα από εκείνα βιβλία.
Γιατί ένα παιδί που μεγαλώνει διαβάζοντας τέτοια βιβλία, είναι τουλάχιστον τυχερό. 
Τα χουμε ξαναπεί όμως αυτά.
Ευχαριστώ Φιλιώ μου, ευχαριστώ Δημητράκημ

Πρόσφατα διάβασα πως η Δήμητρα Πέτρουλα ψάχνει να βρει μια φωτογραφία του σκοτωμένου της πατέρα, γιατί δεν θυμάται την εικόνα του.
Μόνο τα δάκρυά του.
Καλό βράδυ.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

8 του Μάρτη

Γυναίκα.
Σαν παλέτα.
Συναισθημάτων, ιδιοτήτων, ευθυνών.
Σαν το αχνορόζ της αυγής.
 Της κάθε χαραυγής.
Μέρας, αρχής, ονείρων.
Μακριά από εκείνο το κακόγουστο ροζ, που προσπαθεί να μας βαφτίσει πριγκίπισσες
 και να μας φορέσει κορώνες.
Το ροζ το καθάριο της ζωής.
Της αλήθειας.
 Φωλιασμένο βαθιά .
 Απ την πρώτη λέξη  μέχρι την ύστατη.
Αρμονική εναλλαγή με κόκκινο.
Κόκκινο το χρώμα, αγώνας, μόχθος και δουλειά.
Σκληρή δουλειά.
 Απλήρωτος μόχθος.
Κουρασμένα κορμιά, ρυτιδιασμένα μέτωπα.
Ψηλά υψωμένη γροθιά.
Γυναίκα μπροστά.
 Απ τον άντρα, τα  παιδιά, το πλήθος.
Και γαρούφαλλο στο πέτο.
Κόκκινο.
Και κείνο το μαύρο.
Για τις ελπίδες που χρόνια τώρα, μας ακυρώνουν.
Μας στερούν.
Για τα παιδιά της ξενιτιάς και τα αγγόνια που γελούν μακρινά.
Μέσα από καλώδια ή οθόνες. Δίχως ένα χάδι.
Μαύρο για τούτη τη ζωή της στέρησης.

Για τον γιο που παλεύει με την ανεργία χρόνια ,
 για την κόρη που  ίσα που τα καταφέρνει με τους πετσοκομμένους μισθούς,
για τη σύνταξη- ελεημοσύνη .
Μαύρο για το ξεπούλημα, την στερημένη περηφάνια και την κατάντια τούτου του λαού.
Μαύρο.
Για τις απολύσεις,
για τις αυτοκτονίες,
 για τις ελπίδες που μας δίνουν και είναι ψεύτικες.
Μαύρο σε αντιδιαστολή με το κόκκινο.
Το κόκκινο που μας έχει απομείνει.
Και κείνη την σφιχτά ορθωμένη γροθιά.
Το κόκκινο σαν χρώμα, σαν γυναίκα.
Και ο κόσμος δίχως το κόκκινο ξεθωριάζει.

Γράφτηκε για την γιορτή της Γυναίκας, του Συλλόγου Γυναικών Μανταμάδου, στο Πολύκεντρο του χωριού στις 8 του Μάρτη 2015.
Φιλιώ μου σ ευχαριστώ πάντα...
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πού πήγε;;