Άργησε σήμερα η νύστα να καλύψει τα μάτια τους. Θυμήθηκα και επιστράτευσα όλα τα νανουρίσματα που τους τραγουδάω απ τη γέννηση του Παναγιώτη μέχρι σήμερα. Ξεχωριστά στον καθένα. Ειδικά. Του Παναγιώτη...
Ο μέρμηγκας - Μάνος Λοίζος.
Ένας μέρμηγκας κουφός με πήρε απ το χέρι
Είμαι λέει ο πιο σοφός σ’ ολόκληρο
τ’ ασκέρι
Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’
ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο δεν
πεινάμε
Τα βολεύεις μια χαρά σπουδαίο μου μυρμήγκι
όμως πρόσεχε καλά
τ’ ωραίο σου λαρύγγι
Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’
ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο μα
πεινάμε
Πριν προλάβω να του πω το σύστημα ν’ αλλάξει
πλάκωσε όλο το
χωριό το μέρμηγκα να χάψει
Και τα μικρά του τα
μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο μα
πεινάμε,
εν δυο θα σε φάμε
Και λίγο από Λιλλιπούπολη
Το χοντρό μπιζέλι - πράσινο χρώμα
Το χοντρό μπιζέλι χορεύει τσιφτετέλι
χορεύει τσιφτετέλι στο χορό των
μπιζελιών
και τα κολοκυθάκια χτυπάνε παλαμάκια
πάνω στην πρασινάδα και
πάνω στο γκαζόν.
Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον
χορό των μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω
με λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό.
Βλίτα και
σπανάκι χορεύουνε συρτάκι
χορεύουνε συρτάκι στο χορό των μπιζελιών
κι η
μπάμια η μεγάλη χορεύει πεντοζάλη
πάνω στην πρασινάδα και πάνω στο
γκαζόν.
Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον χορό των
μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω με
λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό
Με την Κατερίνα δεν ξεφύγαμε από Λοίζο.
Κάτω από ένα κουνουπίδι - Λοίζος
Κάτω από 'να κουνουπίδι
εκαθόταν σαμιαμίδι
εκαθόταν και σκεφτόταν
να 'χα λέει ένα απίδι.
Πάνω από το κουνουπίδι
μπαφ και πέφτει ένα απίδι
σαν ο κόσμος να χανόταν
διέλυσε το κουνουπίδι.
Μπαφ καπνός το σαμιαμίδι
χώνεται στο ροκανίδι
εκυλιόταν και σκεφτόταν
βρε τι κάνει ένα απίδι!
Και μια καινούρια ανακάλυψη, Τεμπέλης Δράκος ο δίσκος
Η ιστορία μιας πατάτας - Ελένη Τσαλιγοπούλου
Για τα πα τα
Για τα πα τα
Για τα πα τα τα πατα
Για τα πα τα τα
πατα
Για τα πατα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για
τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα
Τα πα τα
Μια πατάτα
χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Στου μανάβη τον πάγκο
Αγκαλιά μ’ ένα
μάγκο
Κάποια μέρα κινάει
Στο παζάρι να πάει
Υλικά για να
ψάξει
Νυφικό για να ράψει
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα
τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα
τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα ταπα
Τα
πα τα
Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Κάποια μέρα
κινάει
Στο παζάρι να πάει
Παίρνει άσπρη κορδέλα
Μεταξένια
δαντέλα
Ασημένια γοβάκια
Και ροζέ κουφετάκια
Μια πατάτα
χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Υλικά πάει να ψάξει
Νυφικό για να
ράψει
Κι είναι τόση η χαρά της
Που δεν βλέπει μπροστά της
Την
κατεύθυνση χάνει
Και γλιστράει στο τηγάνι
Για τα πα τα τα πα τα
Για
τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα
τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα
Τ αγαπάω τα παιδικά τραγούδια.
Έχουν λίγο από παιχνίδι, πολύ από ψυχή και ξεχειλίζουν από παιδική αγάπη.
Τα λαχταράει η ψυχή τους, κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, μετά το παραμύθι.
Η ιεροτελεστία.
Η άφεση τους στους ήχους του τραγουδιού
Η λατρεία στα μάτια τους.
Ο επόμενος στίχος που ξέρουν καλά ,αλλά προσμένουν ν ακούσουν σαν να ναι πρώτη φορά.
Γιατί όλα τα παιδιά, όσο μικρά ή μεγάλα και να ναι,
περιμένουν ένα τραγούδι στο τέλειωμα της μέρας.
Και μεις οφείλουμε να τους τα χαρίζουμε.
Σ όλα τα παιδιά.
Ειδικά γι αυτά που πεινάνε συνέχεια, τα λιχούδικα.
Ο μπαμπάς μου με ρωτάει- Ελένη Τσαλιγοπούλου
Ο μπαμπάς μου με ρωτάει
κάθε μέρα στα κρυφά
πες μου όλη την
αλήθεια
πόσα έφαγες γλυκά;
(R)
Και αρχίζω να μετράω
μα δεν ξέρω
τι να πω
ένα, δύο, τρία, ...πέντε
ή..σαράντα κι εκατό !!
Μου `δωσε
ο παππούς γκοφρέτα
κι η γιαγιά μου παγωτό
καραμέλες η νονά μου
κι η
μαμά ζαχαρωτό
Έφαγα πολλά μπαμπάκα
δεν μπορώ να σου το πω
πάμε τώρα
κατ’ ευθείαν
για τον οδοντογιατρό
πάμε τώρα κατ’ ευθείαν
για τον
οδοντογιατρό
(μαζί με τα χρόνια του πολλά)
Και για τ άλλα τα πιο μεγάλα κορίτσια στην προεφηβεία.
Του ανέμου η κόρη- Χαίνηδες
Το μαύρο υφαντό η νύχτα αφήνει
που ολημερίς στον ουρανό κεντούσε
μ’ απ’ τη
σχισμάδα του πλεχτού ξεχύνει
άστρων ασήμι που για προίκα της
φυλούσε
Του ανέμου κόρη που έγειρες στην κλίνη
να σ’ αντικρίσω λίγο
λαχταρούσα
αχ πρόβαλε σιμά στο παραθύρι
μες στων ματιών σου την πηγή να
ξεδιψούσα
Τη μέρα βασανίζονται τα λόγια
και στης ντροπής μπερδεύονται
το χτένι
μα τη νυχτιά στου φεγγαριού τ’ αλώνια
πέφτει ο μπερντές της
σκοτεινιάς και τ’ ανασταίνει
Του ανέμου κόρη που έγειρες στην κλίνη
με
ποιου κρασί τη σκέψη σου μεθούσες
αχ έβγα να σε δω στο παραθύρι
και σαν
μισέψω να θαρρώ πως μ’ αγαπούσες
Και για τ άλλα παιδιά τα πιο μεγάλα, ή τ άλλα που ακόμα δεν έχουν γεννηθεί
Νανούρισμα- Μανόλης Μητσιάς
Στον ουρανό κάθε αστέρι, φωτίζει κάτω μια ψυχή, για σένα μ’ έχουν
φέρει εδώ στη γη.
Μα εσύ όσο πας ξεμακραίνεις,
στο λυπημένο μου
ουρανό,
μ’ αφήνεις, με άλλους βγαίνεις,
συμφωνώ.
Ξέρω, λες καρδιά
κι όλα τέλειωσαν,
ξέρω, μια φωτιά βρήκαν κι έλιωσαν,
ξέρω, τα φιλιά πώς
σβήνουν,
κι όσοι πίνουν, με ένιωσαν.
Καμιά φορά με ρωτάνε
οι φίλοι
ακόμα αν σ’ αγαπώ...
Χριστέ μου, τι ρωτάνε...
τι να πω;
Τ αγαπάω το τελευταίο νανούρισμα.
Το λατρεύω χρόνια τώρα.
Ειδικά την πρώτη στροφή.
Και μιας και τελειώνει μια περίεργη αλλά πολύ σημαντική βδομάδα.
Χίλιες βραδιές θα μ’ αρνηθείς χίλιες θα με ζητήσεις κι όπου κι αν πας κι
όπου σταθείς όσο κι αν θες να μ’ αρνηθείς θα θυμηθείς τον έρωτα που ζήσαμε
και θα με νοσταλγήσεις
Χίλιες βραδιές θα μ’ αρνηθείς χίλιες θα με
ζητήσεις
Χίλιες βραδιές θα προσπαθείς το παρελθόν να σβήσεις μα
όταν θα `ρθει μια βραδιά να σε τυλίξει η μοναξιά θα θυμηθείς και τη δική
μου συντροφιά πάλι θ’ αναζητήσεις
Χίλιες βραδιές θα μ’ αρνηθείς χίλιες
θα με ζητήσεις
Mέλισσες- Φωτεινή Βελεσιώτου
Να σε μισήσω είν`αργά αέρας με δροσολογά με κυνηγούν οι μέλισσες κι εσύ
που δε με θέλησες.
Τινάζω το βασιλικό να σταματήσω το κακό σ`είχανε
δέσει μάγισσες μα πάλι εσύ με ράγισες.
Νυχτώνει βγαίνω να σε βρω σα
φεγγαράκι δυο μερώ κλειστά παραθυρόφυλλα να μ`αγαπάς πώς
το`θελα.
Θυμάρι ρίχνω στις φωτιές με τυραννούν οι ομορφιές οι
ομορφιές οι φόνισσες κι εσύ που με λησμόνησες.
Αν κλάψω μη με
φοβηθείς την ένοιωσα και πριν χαθείς μια πίκρα στο ροδόνερο γιατί
μ`αρνιόσουν τ`όνειρο.
Θα ρίχνω εκεί που περπατάς τον όρκο μας να τον
πατάς κι ας με πονούν οι μέλισσες κι εσύ που δε με θέλησες
Ain't no sunshine when she's gone It's not warm when she's away. Ain't no sunshine when she's gone And she's always gone too long Anytime she goes away.
Wonder this time where she's gone Wonder if she's gone to stay Ain't no sunshine when she's gone And this house just ain't no home Anytime she goes away.
And I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, I know, Hey, I oughtta leave young thing alone But ain't no sunshine when she's gone
Ain't no sunshine when she's gone Only darkness every day. Ain't no sunshine when she's gone And this house just ain't no home Anytime she goes away. Anytime she goes away. Anytime she goes away. Anytime she goes away
Τις νύχτες η άνοιξη στο μπαλκόνι παρατάει τα χρώματα της στην άκρη και μένει απλή λιτή και όμορφη.Βασανιστική.Τυρρανάει. Αλλοκοτη στέκει η σημερινή νυχτιά.Φοβισμένη ,δειλή. Ούτε τραγούδι αντέχω ούτε εικόνα. Να βρω γωνιά να χωρέσω τα μέσα μου ψάχνω. Να μπορέσω ,ν αντέξω. Το βαθύ. Τ ανείπωτο. Το απεγνωσμένο. Το από αλλού φερμένο. Φωνάζει ο γκιώνης στην άλλη μεριά,τραγουδούν οι γρύλοι την αγάπη του Μάη. Τις ρίζες του Γεναρη, τη βλάστηση τ Απρίλη, τα λουλούδια του Μάη. Χαιδεύει ο Αγέρας. Αγκαλιάζει. Θυμίζει. Άπνοια. Και στα σύννεφα μια λάμψη σαν από φωτιά μεγάλη, πυρκαγιά. Αλλάζει ο καιρός πάλι. Τούτη η πρωινή ψιχάλα βούτηξε παράπονα ανεπάρκεια κενά μέσα στη λάσπη. Γέμισε ο τόπος ψιχάλες του δεν μπορώ, δεν αντέχω, φουσκώσαν ποτάμια, ήρθαν συντροφιά τραγούδια,έγινε η νύχτα φωνή να πάει, κραυγή να ακουστεί γλύκανε η φωνή μετά, βράχνιασε, ψίθυρος, χάθηκαν τα μάτια.Η μόνη λύτρωση ένα βιβλίο.Πάντα.Απ τα εφτά μου... ε;;
Έτσι για να πω πως σε κέρδισα θα `θελα μια φορά να σε πληγώσω εσύ να μου
ζητάς όσα σου στέρησα και εγώ να μην μπορώ να σου τα δώσω
Ωραία που τα
λες μα έλα που σε ξέρω τα λόγια σου σαν μάγισσα τα ξόρκισα και άσε τις
απειλές πως δήθεν θα υποφέρω και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε
γνώρισα
Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο πώς θες να
αλλάξουμε ουρανό τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια που ξενυχτάνε με
τον ίδιο στεναγμό Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο πώς θες να
αλλάξουμε ουρανό τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια που ξενυχτάνε με
τον ίδιο στεναγμό
Έτσι για να πω πως σε κέρδισα θα `θελα μια φορά να
σε πληγώσω εσύ να τρέχεις πίσω μου σαν μέλισσα και εγώ να κάνω τον
αδιάφορο καμπόσο
Ωραία που τα λες μα έλα που σε ξέρω με ένα φιλί μου
θα σ’ αλλάξω την τροχιά κι όταν θα σκέφτεσαι το πως θα υποφέρω καινούριο
πόθο θα σ’ ανάβω στην καρδιά
Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον
άλλο πώς θες να αλλάξουμε ουρανό τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα
φεγγάρια που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο
ένας απ’ τον άλλο πώς θες να αλλάξουμε ουρανό τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα
φεγγάρια που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό
Ξέρω κάτι εγκαταλελειμμένα, μισοτελειωμένα σπίτια.
Δεν τέλειωσαν ποτέ, μα θα μπορούσαν να δώσουν στέγη σε όνειρα.
Μαλαματένια όνειρα.
Να χαρίσουν απλόχερα βεράντα στη θάλασσα, και ένα τραπεζάκι εκεί στην άκρη, ακριβώς πάνω απ τη θάλασσα.
Θα μπορούσαν να γίνουν
ένα ταξίδι καθημερινό,
η πραγματικότητα του παραμυθιού μου,
το βίωμα του πιο μεγάλου όνειρου.
Ή απλά να γίνουν δρόμος να διαβείς, μονοπατάκι μικρό, δύσβατο και κρυμμένο, ανάμεσα σε πικροδάφνες και θάμνους.
Να το περάσεις τρέχωντας.
Λαχτάρα, ανυπομονησία,μούδιασμα.
Πρωινό όνειρο
μυρωδιά θυμαριού
σκάλα να φτάσεις στο τέλειωμα της
Τα δεδομένα δεν αλλάζουν.
Ούτε ο προορισμός.
Στο τελείωμα παπούτσια σκέψεις να μείνουν στο πλάι.
Νομίζω η δεκαετία 30- 40 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν η μέση.
Η μέση, -θεωρητικά και με μεγάλη δόση αισιοδοξίας, - της ζωής.
Σήμερα λοιπόν τα χρόνια πλήθυναν πάλι.
35
Και είναι σαν να πατάω στη μέση της μέσης.
Στον υδροκρίτη.
Μετά από εκείνα τα χρόνια της νιότης, της φρεσκάδας, του αυθορμητισμού, της αστάθειας, ικμάδας αντοχής, όρεξης, και όλα εκείνα τα της νιότης για τα οποία θα μπορούσα να γράφω μέρες..
Όχι νοσταλγικά.
Με διάθεση χαράς, λίγο λαχανιασμένη λες και τα ανέβηκα με μια ανάσα.
Ακριβώς πριν την ωριμότητα για την οποία η μάνα μου φωναζει να πλησιάσω απ τα 15 μου (ελπίζω δηλαδή), και ακριβώς εκεί που καταλαβαίνεις πως η γνώση ποτέ δεν φτάνει..
Πιο πολύ όμως, μετά την μαγική στιγμή, την ολοκλήρωση, που μόνο η μητρότητα, μπορεί να χαρίσει σε μια γυναίκα. Ο Παναγιώτης μου,, η Κατερίνα μου το φως μες τη ζωή μου.
Εδώ, απόψε στο σημείο καμπής.
Στη μέση της μέσης.
Και αν θα ήταν μια λέξη για φέτος αυτή θα ήταν ουρλιαχτό.
Φωνή απ τα σπλάχνα μου, απ τα σωθικά μου.
Ουρλιαχτό της αγανάχτησης για όσα μας περικυκλώνουν καθημερινά, στις ζωές μας , που αμαχητί παραδίδουμε άβουλα όντα.
Ανάγκη για ουρλιαχτό αφύπνισης, κάποιος ν ακούσει, ο δίπλα, εγώ, εσύ.
Δεν γίνεται άλλο.
Και μια άλλη φωνή.
Μια κραυγή να βγαίνει από πιο μέσα, και ένα πελώριο γιατί.
Γιατί τώρα.
Ένα ακόμα πού.
Πού ήσουν τόσα χρόνια.
Μιά φωνή σαν αυτές των μικρών παιδιών, μπροστά στο συναίσθημα τους που ξεχειλίζει., και δεν μπορούν να διαχειριστούν, μπορούν μόνο να εκφράσουν με τη φωνή.
Σαν όταν τα κυνηγάει κάποιος στο παιχνίδι και τα πλησιάζει να τα πιάσει και απ τη λαχτάρα τους και τη χαρά τους τρέμουν και φωνάζουν.
Να βγάλω ένα βογγητό βαθύ, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια, και τεντώνοντας πάλι τα χέρια για τα καλά φυλαγμένα μέσα μου συναισθήματα, αλώβητα, ανέγγιχτα, απ αλλού φερμένα,
για τη ζωή,
τη χαρά,
τα όνειρα,
τις ελπίδες,
την θάλασσα,
τον Αγέρα μου
τ άστρα,
για μια βόλτα,
έναν καφέ στο μπαλκόνι,
ένα κρασί τη νύχτα,
ένα τραγούδι να σφίγγει η ψυχή,
μια αγκαλιά σφιχτή, στιβαρή,
ένα φιλί της άφεσης και του παιχνιδιού,
μια ματιά να στάζει γλύκα,
ένα περπάτημα ξεχωριστό,
ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα,
μια βουτιά στα βαθειά καθάρια νερά,
ένα κοχύλι σαν το πιο ακριβό διαμάντι,
μια παπαρούνα να δίνει χρώμα σε μια ολάκερη μέρα,
ένα γλαστράκι γεμάτο φακές-βότσαλα,
ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο,
ο παφλασμός των κυμάτων,
ένα καίκι να ξεκινάει το πρωί,
μια πορτα να ανοίγει με ορμή,
ένα βιβλίο- ταξίδι,
μια λαχτάρα ζωγραφισμένη σ ένα πρόσωπο στολίδι,
τον ήλιο που γεννιέται κάθε πρωί για μας,
το φεγγάρι που και απόψε θα φωτίσει τα όνειρα μας,
τον μικρό μου Ήλιο που κοιμάται εξουθενωμένος απ τη μπάλα,
τη μικρή μου Σελήνη με τα ψιχουλάκια στα παχουλά της χεράκια.
Τη ζωή που αγαπώ κάθε μέρα,
για τούτα τα μικρά της,
τα ακριβά της,
τα στολίδια μου,
τα ταξίδια μου, τα παραμύθια και όνειρά μου.
Και τούτο το βογγητό θα ναι της πραγματικής ευτυχίας.
Γιατί κάθετι που γεννιέται από απλότητα και αλήθεια στάζει ευτυχία,
μπάζει ευτυχία και σκορπίζει ευτυχία.
Και δίνει κουράγιο για την κατηφόρα που μόλις ξεκίνησε....
Και σαφώς όλη η δυσκολία στο κατέβασμα κρύβεται...
Τώρα όμως πάω να δω την Σελήνη που θα κρυφτεί για μια στιγμή.
Έκλειψη Σελήνης γενέθλιο δώρο...
Καληνύχτα
Οι Αχινοί απ τα νησιά απέναντι...
Κόκκινο φιλί - Μπλέ
Ρίχνω μια ευχή δεν ακούς κι όμως είσ’ εκεί πιάνω τη σιωπή και τη σπάω μα δεν
είσ’ εκεί κρίμα που να βρω λίγο φως να σ’ ονειρευτώ πες μου κάτι απλό που
να μοιάζει αληθινό
Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί μια γλυκιά μουσική
μας κρατάει μαζί Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί όλα εσύ πάντα εσύ μόνο μόνο
εσύ
Ήρθες σαν γιορτή απίστευτο σε θέλω πιο πολύ ήρθες σαν γιορτή
κρυφακούν γύρω σου θεοί πες μου πού να βρω πιο γλυκό κομμάτι να σκεφτώ πες
μου κάτι απλό που να μοιάζει αληθινό
Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί μια
γλυκιά μουσική μας κρατάει μαζί Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί όλα εσύ
πάντα εσύ μόνο μόνο εσύ