Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Διόδια

 
 
Διόδια - Φωτεινή Βελεσιώτου Σταύρος Σιόλας
 
Τώρα θα δεις τα χρώματα ν' αλλάζουνε
Και τα βουνά να σμίγουν ένα-ένα
Άγγελοι σαν θνητοί θα σ' αγκαλιάζουνε
Εχθροί θα σου μιλούν αγαπημένα

Τώρα θα πιω νερό απ' το ποτήρι σου
Δικά σου θά' ναι πια όσα δεν έχω
Θα σπρώξω ουρανό στο παραθύρι σου
Κι ό,τι δεν άντεχα θα το αντέχω

Τώρα θα πιάσω σπίτι στον παράδεισο
Τζάμπα οικόπεδο σε παραλία
Του έρωτα θα βάλω το πουκάμισο
Και θα νικήσω δίχως πανοπλία

Τώρα θα δεις μες της ψυχής τα υπόγεια
Τραπέζι με ψωμί, νερό και αλάτι
Τώρα που δεν υπάρχουνε διόδια
Που πέφτει σαν ζεστή βροχή η αγάπη
 
 
Καινούρια ανακάλυψη το τραγούδι αυτό με στίχους ταξίδι και φωνές μαγικές.
Καλό μεσημέρι,
καλό Σάββατο.


Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Νανουρίσματα

Άργησε σήμερα η νύστα να καλύψει τα μάτια τους.
Θυμήθηκα και επιστράτευσα όλα τα νανουρίσματα που τους τραγουδάω απ τη γέννηση του Παναγιώτη μέχρι σήμερα.
Ξεχωριστά στον καθένα.
Ειδικά.
Του Παναγιώτη...
 

Ο μέρμηγκας - Μάνος Λοίζος.
 
Ένας μέρμηγκας κουφός με πήρε απ το χέρι
Είμαι λέει ο πιο σοφός σ’ ολόκληρο τ’ ασκέρι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο δεν πεινάμε

Τα βολεύεις μια χαρά σπουδαίο μου μυρμήγκι
όμως πρόσεχε καλά τ’ ωραίο σου λαρύγγι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο μα πεινάμε

Πριν προλάβω να του πω το σύστημα ν’ αλλάξει
πλάκωσε όλο το χωριό το μέρμηγκα να χάψει

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο μα πεινάμε,
εν δυο θα σε φάμε
 
Και λίγο από  Λιλλιπούπολη
 
 
Το χοντρό μπιζέλι - πράσινο χρώμα
 
Το χοντρό μπιζέλι χορεύει τσιφτετέλι
χορεύει τσιφτετέλι στο χορό των μπιζελιών
και τα κολοκυθάκια χτυπάνε παλαμάκια
πάνω στην πρασινάδα και πάνω στο γκαζόν.

Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον χορό των μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω με λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό.

Βλίτα και σπανάκι χορεύουνε συρτάκι
χορεύουνε συρτάκι στο χορό των μπιζελιών
κι η μπάμια η μεγάλη χορεύει πεντοζάλη
πάνω στην πρασινάδα και πάνω στο γκαζόν.

Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον χορό των μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω με λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό
 
Με την Κατερίνα δεν ξεφύγαμε από Λοίζο.
 
 

 
Κάτω από ένα κουνουπίδι - Λοίζος
Κάτω από 'να κουνουπίδι
εκαθόταν σαμιαμίδι
εκαθόταν και σκεφτόταν
να 'χα λέει ένα απίδι.
Πάνω από το κουνουπίδι
μπαφ και πέφτει ένα απίδι
σαν ο κόσμος να χανόταν
διέλυσε το κουνουπίδι.
Μπαφ καπνός το σαμιαμίδι
χώνεται στο ροκανίδι
εκυλιόταν και σκεφτόταν
βρε τι κάνει ένα απίδι!
 
Και μια καινούρια ανακάλυψη, Τεμπέλης Δράκος ο δίσκος
 
 
Η ιστορία μιας πατάτας - Ελένη Τσαλιγοπούλου
 
Για τα πα τα
Για τα πα τα
Για τα πα τα τα πατα
Για τα πα τα τα πατα
Για τα πατα

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα
Τα πα τα

Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Στου μανάβη τον πάγκο
Αγκαλιά μ’ ένα μάγκο

Κάποια μέρα κινάει
Στο παζάρι να πάει
Υλικά για να ψάξει
Νυφικό για να ράψει

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα ταπα
Τα πα τα

Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Κάποια μέρα κινάει
Στο παζάρι να πάει

Παίρνει άσπρη κορδέλα
Μεταξένια δαντέλα
Ασημένια γοβάκια
Και ροζέ κουφετάκια

Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Υλικά πάει να ψάξει
Νυφικό για να ράψει

Κι είναι τόση η χαρά της
Που δεν βλέπει μπροστά της
Την κατεύθυνση χάνει
Και γλιστράει στο τηγάνι

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα
 
Τ αγαπάω τα παιδικά τραγούδια.
 Έχουν λίγο από παιχνίδι, πολύ από ψυχή και ξεχειλίζουν από παιδική αγάπη.
Τα λαχταράει η ψυχή τους, κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, μετά το παραμύθι.
Η ιεροτελεστία.
Η άφεση τους στους ήχους του τραγουδιού
Η λατρεία στα μάτια τους.
Ο επόμενος στίχος που ξέρουν καλά ,αλλά προσμένουν ν ακούσουν σαν να ναι πρώτη φορά.
Γιατί  όλα τα παιδιά, όσο μικρά ή μεγάλα και  να ναι,
 περιμένουν ένα τραγούδι στο τέλειωμα της μέρας.
Και μεις οφείλουμε να τους τα χαρίζουμε.
Σ όλα τα παιδιά.
 
Ειδικά γι αυτά που πεινάνε συνέχεια, τα λιχούδικα.
 
Ο μπαμπάς μου με ρωτάει- Ελένη Τσαλιγοπούλου
Ο μπαμπάς μου με ρωτάει
κάθε μέρα στα κρυφά
πες μου όλη την αλήθεια
πόσα έφαγες γλυκά;

(R)
Και αρχίζω να μετράω
μα δεν ξέρω τι να πω
ένα, δύο, τρία, ...πέντε
ή..σαράντα κι εκατό !!

Μου `δωσε ο παππούς γκοφρέτα
κι η γιαγιά μου παγωτό
καραμέλες η νονά μου
κι η μαμά ζαχαρωτό

Έφαγα πολλά μπαμπάκα
δεν μπορώ να σου το πω
πάμε τώρα κατ’ ευθείαν
για τον οδοντογιατρό
πάμε τώρα κατ’ ευθείαν
για τον οδοντογιατρό
 
(μαζί με τα χρόνια του πολλά)
 
Και για τ άλλα τα πιο μεγάλα κορίτσια στην προεφηβεία.
 
 
Του ανέμου η κόρη- Χαίνηδες
 
Το μαύρο υφαντό η νύχτα αφήνει
που ολημερίς στον ουρανό κεντούσε
μ’ απ’ τη σχισμάδα του πλεχτού ξεχύνει
άστρων ασήμι που για προίκα της φυλούσε

Του ανέμου κόρη που έγειρες στην κλίνη
να σ’ αντικρίσω λίγο λαχταρούσα
αχ πρόβαλε σιμά στο παραθύρι
μες στων ματιών σου την πηγή να ξεδιψούσα

Τη μέρα βασανίζονται τα λόγια
και στης ντροπής μπερδεύονται το χτένι
μα τη νυχτιά στου φεγγαριού τ’ αλώνια
πέφτει ο μπερντές της σκοτεινιάς και τ’ ανασταίνει

Του ανέμου κόρη που έγειρες στην κλίνη
με ποιου κρασί τη σκέψη σου μεθούσες
αχ έβγα να σε δω στο παραθύρι
και σαν μισέψω να θαρρώ πως μ’ αγαπούσες
 
 
Και για τ άλλα παιδιά τα πιο μεγάλα, ή τ άλλα που ακόμα δεν έχουν γεννηθεί
 
 
Νανούρισμα- Μανόλης Μητσιάς
Στον ουρανό κάθε αστέρι,
φωτίζει κάτω μια ψυχή,
για σένα μ’ έχουν φέρει
εδώ στη γη.

Μα εσύ όσο πας ξεμακραίνεις,
στο λυπημένο μου ουρανό,
μ’ αφήνεις, με άλλους βγαίνεις,
συμφωνώ.

Ξέρω, λες καρδιά κι όλα τέλειωσαν,
ξέρω, μια φωτιά βρήκαν κι έλιωσαν,
ξέρω, τα φιλιά πώς σβήνουν,
κι όσοι πίνουν, με ένιωσαν.

Καμιά φορά με ρωτάνε
οι φίλοι ακόμα αν σ’ αγαπώ...
Χριστέ μου, τι ρωτάνε...
τι να πω;

Τ αγαπάω το τελευταίο νανούρισμα.
Το λατρεύω χρόνια τώρα.
Ειδικά την πρώτη στροφή.
Και μιας και τελειώνει μια περίεργη αλλά πολύ σημαντική βδομάδα.
Μια στολισμένη Παρασκευή ποικιλόχρωμη
θέλω να νανουριστεί μ αυτό το τραγούδι.
Καλό Σαββατοκύριακο
 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Άρνηση

 
.
 
Χίλιες βραδιές- Ελευθερία Αρβανιτάκη
 
Χίλιες βραδιές θα μ’ αρνηθείς
χίλιες θα με ζητήσεις
κι όπου κι αν πας κι όπου σταθείς
όσο κι αν θες να μ’ αρνηθείς θα θυμηθείς
τον έρωτα που ζήσαμε και θα με νοσταλγήσεις

Χίλιες βραδιές θα μ’ αρνηθείς
χίλιες θα με ζητήσεις

Χίλιες βραδιές θα προσπαθείς
το παρελθόν να σβήσεις
μα όταν θα `ρθει μια βραδιά
να σε τυλίξει η μοναξιά θα θυμηθείς
και τη δική μου συντροφιά πάλι θ’ αναζητήσεις

Χίλιες βραδιές θα μ’ αρνηθείς
χίλιες θα με ζητήσεις
 
 
  Mέλισσες- Φωτεινή Βελεσιώτου
 
 
Να σε μισήσω είν`αργά
αέρας με δροσολογά
με κυνηγούν οι μέλισσες
κι εσύ που δε με θέλησες.

Τινάζω το βασιλικό
να σταματήσω το κακό
σ`είχανε δέσει μάγισσες
μα πάλι εσύ με ράγισες.

Νυχτώνει βγαίνω να σε βρω
σα φεγγαράκι δυο μερώ
κλειστά παραθυρόφυλλα
να μ`αγαπάς πώς το`θελα.

Θυμάρι ρίχνω στις φωτιές
με τυραννούν οι ομορφιές
οι ομορφιές οι φόνισσες
κι εσύ που με λησμόνησες.

Αν κλάψω μη με φοβηθείς
την ένοιωσα και πριν χαθείς
μια πίκρα στο ροδόνερο
γιατί μ`αρνιόσουν τ`όνειρο.

Θα ρίχνω εκεί που περπατάς
τον όρκο μας να τον πατάς
κι ας με πονούν οι μέλισσες
κι εσύ που δε με θέλησες
 


Δυο τραγούδια, δυό πόνοι.
Βάσανα, τυρρανίες.
Άρνηση.
Περίεργη μέρα.
Ράγισμα.
Γρατζουνιά βαθειά.
Που δεν επουλώνεται.
Ούτε κάστρα, ούτε τείχη ούτε ταξίδια
ούτε όνειρα
ούτε παραμύθια
ούτε λέξεις
ούτε ψίθυροι.
Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρείς.
Κούραση απόψε. Απίστευτη.
Μηδέν αντοχή.
Μηδέν υπομονή.
Καληνύχτα

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Ain't no sunshine - Bill Withers


Ain't no sunshine- Bill Withers
 
Ain't no sunshine when she's gone
It's not warm when she's away.
Ain't no sunshine when she's gone
And she's always gone too long
Anytime she goes away.

Wonder this time where she's gone
Wonder if she's gone to stay
Ain't no sunshine when she's gone
And this house just ain't no home
Anytime she goes away.
And I know, I know, I know, I know,
I know, I know, I know, I know, I know,
I know, I know, I know, I know, I know,
I know, I know, I know, I know, I know,
I know, I know, I know, I know, I know,
I know, I know,
Hey, I oughtta leave young thing alone
But ain't no sunshine when she's gone

Ain't no sunshine when she's gone
Only darkness every day.
Ain't no sunshine when she's gone
And this house just ain't no home
Anytime she goes away.
Anytime she goes away.
Anytime she goes away.
Anytime she goes away


Τις νύχτες η άνοιξη στο μπαλκόνι παρατάει τα χρώματα της στην άκρη και
μένει απλή λιτή και όμορφη.Βασανιστική.Τυρρανάει.
Αλλοκοτη στέκει η σημερινή νυχτιά.Φοβισμένη ,δειλή. Ούτε τραγούδι αντέχω ούτε εικόνα.
Να βρω γωνιά να χωρέσω τα μέσα μου ψάχνω.
Να μπορέσω ,ν αντέξω.
Το βαθύ. Τ ανείπωτο.
Το απεγνωσμένο.
Το από αλλού φερμένο.
Φωνάζει ο γκιώνης στην άλλη μεριά,τραγουδούν οι γρύλοι την αγάπη του Μάη.
Τις ρίζες του Γεναρη, τη βλάστηση τ Απρίλη, τα λουλούδια του Μάη.
Χαιδεύει ο Αγέρας.
Αγκαλιάζει.
Θυμίζει.
Άπνοια.
Και στα σύννεφα μια λάμψη σαν από φωτιά μεγάλη, πυρκαγιά.
Αλλάζει ο καιρός πάλι.
Τούτη η πρωινή ψιχάλα βούτηξε παράπονα ανεπάρκεια κενά μέσα στη λάσπη.
Γέμισε ο τόπος ψιχάλες του δεν μπορώ, δεν αντέχω, φουσκώσαν ποτάμια, ήρθαν συντροφιά τραγούδια,έγινε η νύχτα φωνή να πάει, κραυγή να ακουστεί γλύκανε η φωνή μετά, βράχνιασε, ψίθυρος, χάθηκαν τα μάτια.Η μόνη λύτρωση ένα βιβλίο.Πάντα.Απ τα εφτά μου...
ε;;


Οι νύχτες με στενεύουν στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
Όπου βρίσκεσαι υπάρχω.
 
Ερωτικά Γιάννης Ρίτσος





Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Πέρασμα

 
 
Δίδυμα φεγγάρια - Μητροπάνος Κανελλίδου
 
Έτσι για να πω πως σε κέρδισα
θα `θελα μια φορά να σε πληγώσω
εσύ να μου ζητάς όσα σου στέρησα
και εγώ να μην μπορώ να σου τα δώσω

Ωραία που τα λες μα έλα που σε ξέρω
τα λόγια σου σαν μάγισσα τα ξόρκισα
και άσε τις απειλές πως δήθεν θα υποφέρω
και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα

Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό
Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό

Έτσι για να πω πως σε κέρδισα
θα `θελα μια φορά να σε πληγώσω
εσύ να τρέχεις πίσω μου σαν μέλισσα
και εγώ να κάνω τον αδιάφορο καμπόσο

Ωραία που τα λες μα έλα που σε ξέρω
με ένα φιλί μου θα σ’ αλλάξω την τροχιά
κι όταν θα σκέφτεσαι το πως θα υποφέρω
καινούριο πόθο θα σ’ ανάβω στην καρδιά

Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό
Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό
τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό
 
 
Ξέρω κάτι εγκαταλελειμμένα, μισοτελειωμένα σπίτια.
Δεν τέλειωσαν ποτέ, μα θα μπορούσαν να δώσουν στέγη σε όνειρα.
Μαλαματένια όνειρα.
Να χαρίσουν απλόχερα βεράντα στη θάλασσα, και ένα τραπεζάκι εκεί στην άκρη, ακριβώς πάνω απ τη θάλασσα.
Θα μπορούσαν να γίνουν 
ένα ταξίδι καθημερινό,
 η πραγματικότητα του παραμυθιού μου,
 το βίωμα του πιο μεγάλου όνειρου.
Ή απλά να γίνουν δρόμος να διαβείς, μονοπατάκι μικρό, δύσβατο και κρυμμένο, ανάμεσα σε πικροδάφνες και θάμνους.
Να το περάσεις τρέχωντας.
Λαχτάρα, ανυπομονησία,μούδιασμα.
Πρωινό όνειρο
μυρωδιά θυμαριού
σκάλα να φτάσεις στο τέλειωμα της
Τα δεδομένα δεν αλλάζουν.
Ούτε ο προορισμός.
Στο τελείωμα παπούτσια σκέψεις να μείνουν στο πλάι.
Πεταμένα και ατημέλητα
Και εκεί φανερώνεται το ολάκερο.
Ομορφιά
γαλήνη
δύναμη
Χαμόγελιο
γλύκα
αλμύρα
Μπλε το χρώμα
βλέμμα παιδιού
μπούκλα
κοχύλια
αχινοί
βότσαλο
άφεση
δόσιμο.
Χαρά.
Η επιστροφή απ το νησί ήρθε ομαλά.
Ήρεμα, ονειρικά.
Μετάβαση.
Πέρασμα.
Αυτό δεν σημαίνει το Πάσχα άλλωστε;;
Καληνύχτα!!
 

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Μεγάλο Σάββατο, Μανταμάδος

Στη μια τη νύχτα, χαράματα του Μεγάλου Σαββάτου,
στον Ταξιάρχη πλέον ,τραγουδήθηκαν τα εγκώμια του Επιτάφιου,
ψάλθηκε το η Ζωή Εν τάφω,
αναρρίγησαν όλοι με τον πόνο της Παναγιάς, για τον χαμό του παιδιού
της
στο Ω γλυκύ μου Έαρ.
Και ήταν όλο το χωριό εκεί,
σε μια απ τις δύο πιο όμορφες νύχτες στο χωριό κάθε χρόνο.
Νύχτες αγρύπνιας.
Αχάραγα ακόμα, έγινε η πρώτη Ανάσταση
και έμεινε ολόκληρο το Μεγάλο Σάββατο κενό,
να γεμίσει με τις προετοιμασίες για την Ανάσταση,
με το μαγείρεμα του αρνιού ,
προετοιμασία που στα νησιά ξεφεύγει απ το
απλό σούβλισμα.
Στα νησιά, στο χωριό μας, το αρνί γεμίζει και αργοψήνεται όλη τη νύχτα σε πήλινες γάστρες
και  μυρίζει όλο το σπίτι "καπερό αρνί" .
Περιμένωντας λοιπόν την Ανά(σ)ταση
στο χωριό με μια αδιόρατη μικρή μελαγχολία,
για τις μέρες που τελειώνουν,
για την Ανάσταση την πραγματική που δεν έρχεται ,
που δεν παίρνουμε απόφαση να την φέρουμε σε τούτο τον τόπο,
σε τούτο τον κόσμο.
Άλλη μέρα σήμερα όμως.
Ευχές λίγο πριν το Χριστός Ανέστη.
Υγεία.
Αγάπη.
Δύναμη.
Όνειρα.
Ταξίδια του νου.
Βουτιές του σώματος.
Τα μάτια ψηλά, να θωρρούν τ αστέρια
Το μέτωπο πάνω, να το χτυπάει ο Αγέρας
και Φως ν αναβλύζει.
Από ψυχές, λέξεις αγγίγματα  και μάτια.
Αγάπη
Αγάπη και Αγάπη.
Εφικτό είναι.
Καλή Ανάσταση.


Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Mεγάλη Παρασκευή , Μανταμάδος

   

Πουρνό πουρνό το ξύπνημα σήμερα.
Χαράματα ξεχύνονται οι γυναίκες στο χωριό, να πάνε σ όλα τα ξωκλήσια και τις εκκλησιές ν ανάψουν τα καντήλια.
Να μην μείνει κανένα αφώτιστο.
Περιττός ο αριθμός των εκκλησιών.
Και στο χωριό, όπως και σ όλη την ελληνική επαρχία,
 έχει μπόλικες εκκλησιες και ξωκλήσια.
Τα σχολειά είναι που λιγοστεύουν...
Άη Λιάς, από ψηλά.
Στο Μανούλο.
Δαντέλα τ ακρογιάλια του χωριού.

Ταξιάρχης, μπαίνοντας.


Άγιος Νεκτάριος στη γειτονιά

 Και ο τελικός προορισμός, ο Άη Βασίλης.
Στην αυλή τα λουλούδια περιμένουν για το στόλισμα του επιτάφιου.

 Ο Εσταυρωμένος στην εκκλησιά, πριν την αποκαθήλωση.
 Και ο επιτάφιος στολίζεται απ τα κορίτσια του χωριού.
Λογιών λογιών λουλούδια, πολύχρωμα, κομμένα απ τις αυλές του χωριού,
καθόλου στημένος,
πιο πολύ ανέμελος και φυσικός.
Ένας επιτάφιος του χωριού, νησιώτικος
που ευτυχώς ακόμα- ξεφεύγει απ το στημένο στολισμό από ανθοπωλεία.
.

Ο επιτάφιος στο χωριό βγαίνει νωρίς.
Περίπου στις 16.30.
Θα περάσει μέσα απ τα στενά σοκάκια.
Μέσα απ όλο το χωριό.
Περνάει μπροστά απ το σπίτι μας κάθε χρόνο.
Και στο μικρό κηπάκι μας μαζεύονται οι γυναίκες που δεν θ ακολουθήσουν τον επιτάφιο
για να ράνουν με μύρα και λουλούδια τον Χριστό που θα περνάει.
Εδώ τα πιτσιρίκια μας μαδούσαν τριαντάφυλλα.
 Για να ράνουν τον επιτάφιο.
 Ο επιτάφιος κουβαλιέται απ τους φανταρους του χωριού.
Φέτος έλιωσαν απ τη ζέστη.
 Όμορφος δεν είναι;;;
 Ο κόσμος από πίσω, ακολουθάει.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας.
Με όση δύναμη έχει ο καθένας.
Για το καλό.
Ο επιτάφιος θα φτάσει στον Ταξιάρχη και θα μείνει εκεί.
Μέχρι τη μια το βράδυ που θα πάμε, να ψάλουμε τα εγκώμια.
Διαφορετικός ο επιτάφιος στο χωριό.
Αν θυμάμαι καλά ακολουθεί τα έθιμα των Ιεροσολύμων.
Και γω με όλη τη κατάνυξη που απαιτεί η μέρα σήμερα.
και όλη τη χαρά που με πιάνει στο χωριό, εύχομαι μέσα απ την καρδιά μου σ όλους μας
Και του χρόνου τέτοιες μέρες
αλλά πολύ πολύ αλλιώς..

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Μεγάλη Πέμπτη, Μανταμάδος Κολοστάσι

Μεγάλη Πέμπτη, τα δώδεκα Βαγγέλια σε πλήρη εξέλιξη στην εκκλησία, στην αγορά.
Απόψε όμως δεν είχα καμία όρεξη για καμία Σταύρωση.
Ούτε Χριστού, ούτε ανθρώπου.
Νωρίτερα πήγα στη θάλασσα.
Με διάθεση κάθαρσης.
Κολοστάσι
 Σε μια παραλία μοναξιά.
Σιωπή και παφλασμός.
 Καθαρή και κρύα
Καθάρια.
Αμόλυντη.
Θάλασσα μετά από χειμώνα.
Μαλακό χειμώνα.
Αγαπημένο.
 Γαλήνια και αγαπημένη.
Δέσιμο.
 Θάλασσα μάνα.
Η θάλασσες του χωριού.
Οι ρίζες.
Παιδικότητα.
Απουσία.
 Και ότι απέμεινε απ τον περασμένο χειμώνα.
 
 Σπίτια δίπλα στη θάλασσα.
Το καμίνι των παιδικών μου καλοκαιριών.
Και στο βάθος  ο Άγιος Στέφανος
Η θάλασσα και γω.
Η θάλασσα ίδια από τότε.
Έκλεινε ο πατέρας το μαγαζί το μεσημέρι, και κατευθείαν για βουτιά.
Απλά λιτά απέριττα.
Μια ψάθα, δυο πετσέτες και βουτιά.
Στο κολοστάσι.
Και ενώ προσπάθησα να μείνω μόνη, σε τούτη την επαφή με τη θάλασσα
σε τούτες τις κουβέντες, με τα κύματα της ελευθερίας και της μοναξιάς.
Δεν το κατάφερα.
Όρκος.
Μεγάλη Πέμπτη , Μανταμάδος.
Σταύρωση.


Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Μεγάλη Τετάρτη , Μανταμάδος


Μεγάλη Τετάρτη, ευχέλαιο στον Άη Βασίλη.
 Στην κεντρική εκκλησία του χωριού.
Νώρις το απόγευμα.
Κάτι τέτοιες μέρες , κατανυκτικές, ταξιδεύω στα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας.
Τότε που όλα ήταν πιο απλά.
Η πίστη, η θρησκεία, οι μέρες του Πάσχα.
Σ αυτά τα χρόνια γυρνάω, και προσπαθώ να μυήσω τα παιδιά.
Στο μυστήριο του ευχέλαιου , τη στιγμή που όλοι γονατίζουν ακουμπώντας τον ώμο του μπροστινού τους συνάνθρωπου, πέρνωντας δύναμη δίνοντας αγάπη...
(Πόσο πιο απλά θα ήταν τα πράγματα έτσι...και ο κόσμος δίκαιος και φωτεινός)

Το παρεκκλήσι δίπλα στον Άη Βασίλη.
Της κοίμησης της Θεοτόκου.
Απ τα πιο παλιά κτίσματα του χωριού.
Όταν ακόμα ήταν οικισμός βοσκών η τωρινή του θέση,
και το χωριό στο Μιριάντρι, παραθαλάσσια.

 Τ αγαπάω το παρεκκλήσι τούτο.
Την πραγματική ηρεμία που βρίσκεις μπαίνοντας.
Ο αγαπημένος μου χώρος κάθε που πήγαινα στον Άη Βασίλη παιδί.


Η αυλή του ναού

Το καμπαναριό.
Σήμα κατατεθέν της αγοράς,
του χωριού
Ο  ήχος της καμπάνας να σηματοδοτεί τις πιο σημαντικές μας στιγμές.
Ένας χτύπος στα μισάωρα


Και στις ολόκληρες ώρες χτύποι όσο οι ώρες...

Περίεργη διάθεση απόψε.
Θαρρείς και βρίσκω κρυμμένη παιδικότητα μές τις γωνιές και εικόνες του χωριού
και προσπαθώ να την αποτυπώσω σε φωτογραφίες, λέξεις
να την κρύψω στις βαλίτσες, να την κάνω μυρωδιά,ψίθυρο,ήχο
να τη μεταδώσω  στα παιδιά,στους ανθρώπους που αγαπάω.

Μεγάλη Τετάρτη,
Μανταμάδος


Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Μεγάλη Τρίτη , Μανταμάδος




Μεγάλη βδομάδα στο χωριό.
Χτες, Μεγάλη Δευτέρα, αρχή της βδομάδας, πρωί στον Ταξιάρχη.
Γεμάτος ο ναός από πιστούς που ήρθαν από το διπλανό χωριό της Αγίας Παρασκευής με τα πόδια
για να τραγουδήσουν το τραγούδι της Παναγιάς στον ναό.
Είπα  και γω να μεταλάβω τα μικρά.
Και κυνηγώντας δυό πιτσιρίκια στην αυλή της εκκλησίας μέχρι να ρθει η ώρα της μετάληψης,
ανάμεσα σε γκρίνια, κλάμα και κυνηγητό,
είδα εικόνες και θυμήθηκα ιστορίες.

Ο πλάτανος στην πίσω αυλή του ναού.
"Η γιαγιά Δήμητρα μίλαγε συχνά για την κόρη του Ταξιάρχη.
Ένα βρέφος που άφησαν κάποτε στην πόρτα του Ταξιάρχη,  μεγάλωσε από έναν καλόγερο μέσα στο ναό.
 Έζησε εκεί.
Έφτιαχνε φυλαχτά και έδινε στον κόσμο.
Και αγιολούλουδα.
Η μορφή της γαλήνια, ήμερη σαν κόρη του Ταξιάρχη.
Περιστοιχισμένη από πολλές γάτες που είχε εκεί, και την αγιοσύνη της.
Στο χωριό την έλεγαν Αναστασέλ'. Αναστασία κατά κόσμο.
Τα βράδυα- έλεγε η γιαγιά- πήγαινε και χωνόταν κάτω απ τον πλάτανο,
 στο δωμάτιο του Ταξιάρχη.
 Εκεί που κάθε βράδυ χανόταν τα βήματα απ τα σιδερένια παπούτσια του Ταξιάρχη....
Ο ίδιος πλάτανος που κάθε χρόνο σφάζουν τον Ταύρο μετά από 15 μέρες στο πανηγύρι τ Αγιού.
 Την Κυριακη των Μυροφόρων."


Η γιαγιά κάθε χρόνο σχεδόν για 15 μέρες πήγαινε στον Ταξιάρχη.
Τάμα το είχανε τότε στο χωριό.,
Για το καλό.
Ένα ξημέρωμα, μέσα στον ύπνο της άκουσε μια πόρτα βαριά ν ανοίγει.
Βαρυά βήματα, σαν από σιδερένια παπούτσια αργά μέσα στην αυλή
μια ακόμα πόρτα και σιγή.
Μετά από λίγο η ίδια ανάποδη διαδικασία και ένα φτερούγισμα ψηλά στον ουρανό.
Ηταν ο Ταξιάρχης.
Σηκώθηκε σταυροκοπήθηκε και χαμήλωσε το κεφάλι.
Πάντα χαμηλωμένο ήταν το κεφάλι της γιαγιάς Δήμητρας.
Σαν να προσεύχοταν σκυμμένη.

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τη θυμάμαι.
Την λαχταράω.
Στην κατάνυξη των ημερών, την πίστη της στα θεία,
την ταπεινότητα της,
στο θείο δράμα που βίωνε κάθε χρόνο μοναχικά
το δικό της δράμα που ζούσε καθημερινά.
Και φέτος που πρώτη χρονιά δεν ακούω τα μεγάφωνα να αντηχούν στο χωριό κάπως μου φαίνεται περίεργα.
Διαφορετικά.
Πολλά πράγματα από τότε...
Τα τσουρέκια που δεν πλάθουμε μαζί, που δεν πάμε όλες μαζί στο φούρνο για ψήσιμο.
Τότε δυό Δήμητρες και μια Κατερίνα.
Τώρα αντίστροφα.
 Πριν το ψήσιμο το πρωί

Και έτοιμες τυλιγμένες στο σελοφάν.

Σήμερα, Μεγάλη Τρίτη, της Κασσιανής
με το τροπάριο τραγουδισμένο απ την χορωδία του χωριού στον Άη Βασίλη.


Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Βάγια

 Κυριακή των Βαϊων στο χωριό.
 Με την απαραίτητη βόλτα στον Ταξιάρχη.
Μετά τον εκκλησιασμό.
Η μικρή, η μάνα, και γω.
 Ταξιάρχης, όπως πάντα γεμάτος με κόσμο.
 Στην εξωτερική εικόνα απέναντι ένας πίνακας ζωγραφικής.
Καινούριος σχετικά.
Κάποιος ξύπνησε, και είχε δει τη συγκεκριμένη εικόνα στον ύπνο του.
Και την ζωγράφισε.
Χωρίς να έχει ακούσει για το ιστορικό του ναού.
Μετά από ψάξιμο, η εικόνα - αναπαράσταση ήρθε στον τόπο της.
 Η εξωτερική εικόνα του Αγιού.
Επιβλητική πάντα.
 Καθιερωμένος καφές στον ήλιο.
 Στο πιο όμορφο καφέ του χωριού.
 Και τα αγόρια, τραγουδούν τον Λάζαρο στο χωριό.
Στην αλάνα μας.
 Η βάγια κομμένη το πρωί απ τον παππού,
στολισμένη με κορδέλες και στολίδια χειροποίητα
φτιαγμένα απ τη θεία Άννα.

 Το απαραίτητο κουδουνάκι
 Και από σπίτι σε σπίτι τα παιδιά τραγουδάνε το Λάζαρο.
Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
ήρθε η Κυριακή που τρών τα ψάρια.
Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι
Ήρθε η μάνα σου από την πόλη
Σου φερε χαρτί και κομπολόι
γράψε Θόδωρα γραψέ Δημήτρη
Γράψε λεμονιά και κυπαρίσσι
οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε
Οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε
δώστε μας και μας να ευχηθούμε
στις κοτούλες σας για να γεννούνε.
Και του χρόνου !!!


Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Στο χωριό



Όλη τη μέρα ταξιδεύαμε σήμερα
Σ ένα ολο-ήμερο ταξίδι τόσο ήμερο...
Απ τα λίγα ταξίδια που χω κάνει με τέτοια μπουνάτσα της θάλασσας.
 3μποφώρ, Νοτιάς ο Αγέρας μου,να μας συνοδεύει, αλλιώς.
Άλλη ρότα. Πιο ανοιχτή.
Φτάσαμε στο πλευρό της Αίγινας
Στον Μπούφη και τον Άγιο Αντώνη.
Γνώριμα μέρη.
Μέσα από μάτια ταξίδια.
Μακρύναμε πολύ απ το Σούνιο , .
Προφανώς για να αναπτύξει ταχύτητα το πλοίο.
Όλη τη μέρα χάζευα την ηρεμία της θάλασσας.
Μόνο τ ανατριχιάσματα απ τ απαλό φύσημα τ Αγέρα.
Όλη μέρα πλάι μας.
Να φροντίσει να πάμε καλά.
Όμορφο ταξίδι.
Λίγο ζαλισμένο, λίγο νυσταγμένο,
λίγο μελαγχολικό,
λίγο της λαχτάρας του νησιού.
Πάσχα στο νησί.
Στην ομορφότερη εποχή του.
Λαμπρή.



Η υποδοχή της πόλης...
 Ο Ήλιος της Μυτιλήνης...
Πάντα αλλιώτικος.
Με πρόσμενε να φτάσω.

Η είσοδος στο λιμάνι.

Μετά οι εικόνες λιγοστεύουν.
Θαμπώνουν τα μάτια , γεμίζουν.
Η βιασύνη, να κατέβουμε  γρήγορα,
να δέσει το πλοίο,
Να βγούμε έξω.
και εκεί στο μικρό άνοιγμα της μπουκαπόρτας
την ώρα της αναμονής,
να τρως τον κόσμο με τα μάτια,
να βρεις τον πατέρα και τη μάνα
να περιμένουν με λαχτάρα.
Να δεις τα μάτια τους να γυαλίζουν
μέχρι να συναντηθούν τα γυαλίσματα.
Μέχρι την αγκαλιά και τα  πρώτα φιλιά.
Την επαφή.
Περάσαν μήνες.
Χαλαρωμένη πλέον η φόρτιση, χορτασμένα λίγο τα μάτια
-τα αγόρια βρέθηκαν, έπαιξαν στην αλάνα,
η μικρή προσαρμόστηκε, τ αδέρφι μου, η νύφη μου,
όλοι μαζί πάλι σ΄ένα σπίτι που γεμίζει χαρά τέτοιες ώρες-
Στο σπίτι που μεγάλωσα.
Στο χωριό μου.
Τις ρίζες μου.

Εικόνες στέλνω,
Φιλιά θαλασσινά.
Μανταμαδιώτικα.
Καλησπέρα είπαμε;;


Σου στέλνωμε τ Αγέρι χαιρετισμούς - Λιδάκης Μανόλης

Όπου πατάς να ρίχνεις
μάτια μου
φως να πατώ
κι όπου κοιτάς να δείχνεις
μάτια μου
για να κοιτώ

Σου στέλνω με τ' αγέρι χαιρετισμούς
όταν θα σε χαϊδεύει να με ακούς
και να στους τραγουδάνε στον ουρανό
οι βραδινές παρέες των αστεριών

Να 'ναι γλυκά τα ξένα
μάτια μου
κι ας μ' αρνηθείς
παρά σκληρή για σένα
μάτια μου
να είναι η γης

Τ Αγέρι ΜΟΥ μην ξεχνιόμαστε;;;

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Στον υδροκρίτη

 
 
 
Νομίζω η δεκαετία 30- 40 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν η μέση.
Η μέση, -θεωρητικά και με μεγάλη δόση αισιοδοξίας, - της ζωής.
Σήμερα λοιπόν τα χρόνια πλήθυναν πάλι.
35
Και είναι σαν να πατάω στη μέση της μέσης.
Στον υδροκρίτη.
Μετά από εκείνα τα χρόνια της νιότης, της φρεσκάδας, του αυθορμητισμού, της αστάθειας, ικμάδας αντοχής, όρεξης, και όλα εκείνα τα της νιότης για τα οποία θα μπορούσα να γράφω μέρες..
Όχι νοσταλγικά.
Με διάθεση χαράς, λίγο λαχανιασμένη λες και τα ανέβηκα με μια ανάσα.
Ακριβώς πριν την ωριμότητα για την οποία η μάνα μου φωναζει να πλησιάσω  απ τα 15 μου (ελπίζω δηλαδή), και ακριβώς εκεί που καταλαβαίνεις πως η γνώση ποτέ δεν φτάνει..
Πιο πολύ όμως,  μετά την μαγική στιγμή, την ολοκλήρωση, που μόνο η μητρότητα, μπορεί να χαρίσει σε μια γυναίκα. Ο Παναγιώτης μου,, η Κατερίνα μου το  φως μες τη ζωή μου.
 
Εδώ, απόψε στο σημείο καμπής.
Στη μέση της μέσης.
Και αν θα ήταν μια λέξη για φέτος αυτή θα ήταν ουρλιαχτό.
Φωνή απ τα σπλάχνα μου, απ τα σωθικά μου.
Ουρλιαχτό της αγανάχτησης για όσα μας περικυκλώνουν καθημερινά, στις ζωές μας , που αμαχητί παραδίδουμε  άβουλα όντα.
Ανάγκη για ουρλιαχτό αφύπνισης, κάποιος ν ακούσει, ο δίπλα, εγώ, εσύ.
 Δεν γίνεται άλλο.
Και μια άλλη φωνή.
Μια κραυγή να βγαίνει από πιο μέσα, και ένα πελώριο γιατί. 
Γιατί τώρα.
Ένα ακόμα πού.
Πού ήσουν τόσα χρόνια.
Μιά φωνή σαν αυτές των μικρών παιδιών, μπροστά στο συναίσθημα τους  που ξεχειλίζει., και δεν μπορούν  να διαχειριστούν, μπορούν μόνο να  εκφράσουν  με τη φωνή.
Σαν όταν τα κυνηγάει κάποιος στο παιχνίδι   και τα πλησιάζει να τα πιάσει και απ τη λαχτάρα τους και τη χαρά τους τρέμουν και φωνάζουν.
Να βγάλω ένα βογγητό βαθύ, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια, και τεντώνοντας πάλι τα χέρια για τα καλά φυλαγμένα μέσα μου συναισθήματα, αλώβητα, ανέγγιχτα, απ αλλού φερμένα,
 για τη ζωή,
τη χαρά,
 τα όνειρα,
 τις ελπίδες,
την θάλασσα,
τον Αγέρα μου
 τ άστρα,
για μια βόλτα,
 έναν καφέ στο μπαλκόνι,
 ένα κρασί τη νύχτα,
 ένα τραγούδι να σφίγγει η ψυχή,
 μια αγκαλιά σφιχτή, στιβαρή, 
 ένα φιλί της άφεσης και του παιχνιδιού,
μια ματιά να στάζει γλύκα,
 ένα περπάτημα ξεχωριστό,
ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα,
μια βουτιά στα βαθειά καθάρια νερά, 
ένα κοχύλι σαν το πιο ακριβό διαμάντι,
 μια παπαρούνα να δίνει χρώμα σε μια ολάκερη μέρα,
 ένα γλαστράκι γεμάτο φακές-βότσαλα,
 ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο,
 ο παφλασμός των κυμάτων,
 ένα καίκι να ξεκινάει το πρωί,
 μια πορτα να ανοίγει με ορμή,
ένα βιβλίο- ταξίδι,
 μια λαχτάρα ζωγραφισμένη σ ένα πρόσωπο στολίδι,
τον ήλιο που γεννιέται κάθε πρωί για μας,
το φεγγάρι που και απόψε θα φωτίσει τα όνειρα μας,
 τον μικρό μου Ήλιο που κοιμάται εξουθενωμένος απ τη μπάλα,
 τη μικρή μου Σελήνη με τα ψιχουλάκια στα παχουλά της χεράκια.
 Τη ζωή που αγαπώ κάθε μέρα,
 για τούτα τα μικρά της,
 τα ακριβά της,
τα στολίδια μου,
τα ταξίδια μου, τα παραμύθια και όνειρά μου.
Και τούτο το βογγητό θα ναι της πραγματικής ευτυχίας.
Γιατί κάθετι που γεννιέται από απλότητα και αλήθεια στάζει ευτυχία,
 μπάζει ευτυχία και σκορπίζει ευτυχία.
Και δίνει κουράγιο για την κατηφόρα που μόλις ξεκίνησε....
Και σαφώς όλη η δυσκολία στο κατέβασμα κρύβεται...
Τώρα όμως πάω να δω την Σελήνη που θα κρυφτεί για μια στιγμή.
Έκλειψη Σελήνης γενέθλιο δώρο...
Καληνύχτα
Οι Αχινοί απ τα νησιά απέναντι...
 
 
Κόκκινο φιλί - Μπλέ
Ρίχνω μια ευχή δεν ακούς κι όμως είσ’ εκεί
πιάνω τη σιωπή και τη σπάω μα δεν είσ’ εκεί
κρίμα που να βρω λίγο φως να σ’ ονειρευτώ
πες μου κάτι απλό που να μοιάζει αληθινό

Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
μια γλυκιά μουσική μας κρατάει μαζί
Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
όλα εσύ πάντα εσύ μόνο μόνο εσύ

Ήρθες σαν γιορτή απίστευτο σε θέλω πιο πολύ
ήρθες σαν γιορτή κρυφακούν γύρω σου θεοί
πες μου πού να βρω πιο γλυκό κομμάτι να σκεφτώ
πες μου κάτι απλό που να μοιάζει αληθινό

Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
μια γλυκιά μουσική μας κρατάει μαζί
Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί
όλα εσύ πάντα εσύ μόνο μόνο εσύ

Όλα εσύ μόνο εσύ κόκκινο φιλί...

Πού πήγε;;