Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Της αφής...




Αυτές τις νύχτες, στα όνειρά μου ζωντανεύουν χέρια, ενώνονται και δυναμώνουν.

Όλες οι αισθήσεις καταλήγουν στα ακροδάχτυλα. 

Αμφίδρομη μεταφορά. 

Μέχρι να επέλθει ισορροπία. Σαν μηχανή ανάμεσα στα αυτοκίνητα κεντρκής λεωφόρου.

Τούτες τις νύχτες ψάχνω τραγούδια, διαβάζω στίχους ταιριάζω μουσικές και ονειρευομαι θέατρα.

Μα στο τέλος την διαφυγή την προσφέρει η ποίηση.

Ποίηση γεμάτη χέρια σφιχτά ενωμένα. 

Κράτημα στέρεο...

 Από την πρώτη πρώτη φορά:




..ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι

και να σφίγγει το δικό σου χέρι.

Kι ήταν σα να 'χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη…

-Λειβαδίτης Τάσος-


 Στον έρωτα συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις.

Λυτρωτική όμως είναι μόνον η αίσθηση της αφής.

Με τις άλλες πίνεις αλλά δεν ξεδιψάς.

 -Μιχάλης Γκανάς-




Ένα κλαδάκι μυγδαλιάς

μπρος στο παράθυρο,

ένα κλαδάκι μοναχά

σου κρύβει το μισό χωριό.


Ο έρωτας με την παλάμη του

σου κρύβει όλο τον κόσμο.


Μένει το φως μονάχα.

-Γιάννης Ρίτσος-



Όταν τα χέρια σου έρχονται,

γάπη μου, προς τα δικά μου,

τι μου φέρνουν πετώντας;

Γιατί σταμάτησαν

σταχείλη μου, ξαφνικά,

γιατί τα αναγνωρίζω

σάμπως τότε, πριν,

να τα είχα αγγίξει,

σάμπως πριν υπάρξουν

να είχαν διατρέξει

το μέτωπό μου, τη μέση μου;

Η απαλότητά τους ερχόταν

πετώντας πάνω από το χρόνο,

πάνω από τη θάλασσα, πάνω απ’ τον καπνό,

πάνω από την άνοιξη,

κι όταν έβαλες

τα χέρια σου στο στήθος μου,

αναγνώρισα τα φτερά

χρυσού περιστεριού,

αναγνώρισα τη γαλαζωπή άργιλο

και το χρώμα του σταριού

-Πάμπλο Νερούδα-


Μέσα σε λίγες νύχτες

πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει

ὅλος ὁ κόσμος;


Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει

βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.

Ἑνώνεται.


Τώρα


μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ

ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου

κι ὁ σφυγμός μου.

-Γιάννης Ρίτσος-



Τα δυο μικρά ζωα, τα χέρια μας

Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στό άλλο

-Ελύτης Οδυσσέας-


Οι άνθρωποι το πιο συχνά

δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους

Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους

Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες

Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους

και τα ξεχνούνε

Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα

Ένα σωρό ποιήματα άγραφα”

-Αργύρης Χιόνης-

“Τα χέρια μου

το τέμπλο του είναι σου ανοίγουν

μ’ άλλην γυμνότητα σε ντύνουν

ανακαλύπτουνε τα δώματα του σώματός σου

τα χέρια μου

άλλο κορμί σκαρώνουν στο κορμί σου.”

-Οκτάβιο Παζ-


Μα πώς να πλάσω μέλη που ποθώ

που βλέπω μα δεν άγγιξα ποτέ μου.

Τυφλός κι από τα δυο μου χέρια.

Σε πλάθω λίγο λίγο κάθε νύχτα.

Έρχεται η μέρα και γκρεμίζομαι μαζί σου.

Ολόκληρη δεν θα σε δω ποτέ.

Ούτε θα σ' έχω. Κάθε φορά

πρωτόπλαστα τα μέλη σου και σκόρπια.

Έγινα παντοδύναμος για χάρη σου

δεν έγινα θεός.

Τι να την κάνω τόση παντοδυναμία

όταν απαγορεύεται το θαύμα.

-Μιχάλης Γκανάς-




Εγώ δεν έχω να σου δώσω τίποτα , είπες.
Τίποτα,
είναι τρύπια τα χέρια μου.
Ενώ
τον ουρανό που ήταν πάνω μου εσύ μου τον έφερνες.
Κι η πολιτεία ήταν όμορφη εκείνο το βράδυ.
Κι όλα είχαν όψη τρυφερή και ήρεμη…
Κι η πολιτεία ήταν όμορφη εκείνο το βράδυ.
Κι όλα είχαν όψη τρυφερή και ήρεμη...

Νικηφόρος Βρεττάκος 



https://youtube.com/playlist?list=PLqZcgz-DYM8xOwbBbATg7bmcVPUHdfXdp


 

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Ανδρεία


Aγαπημένος Σεφέρης καταμεσής μιας απαίσιας ημικρανίας.
Τ Αγιού-Αντρέα  και αντρειώνει ο χειμώνας.
Ανδρεία.
Καλό Σαββατόβραδο.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Ετοιμάσου

 
Είσαι για ένα ταξίδι στ' ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;
Θελω να μου υποσχεθείς
πως δε θα πάρεις
μετεωρολογικό δελτίο.
... Πως δε θα χεις μαζί σου
προμήθειες και αποσκευές.
Πως δε θα γεμίσεις
το πλεούμενο με σωσίβια.
Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.
Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.
Όλο το χρυσαφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.
Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.
Θα γεμίσω τ'αμπάρι μας με ονειρα.
Να χεις πολλά.
Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.
Αν έχει λιακάδα θα απλώσουμε
τα δίχτυα της ζωής μας στην κουβέρτα
και θα μπαλώσουμε τις τρύπες
που μας ανοιξαν τα σκυλόψαρα.
Αν έχει βροχή θα βγάλουμε τη ψυχή μας
στ' άλμπουρο να ξεπλυθεί.
Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ' ανοιχτά;
Για ένα ρίσκο;

...Αλκυόνη Παπαδάκη

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Mανωλάδα



Δεν  υπάρχει μεγαλύτερη κωλοφάρα από τους νεοέλληνες. Όλοι απ' τη Μανωλάδα καταγόμαστε

Τάσος Θεοδωρόπουλος.
Δεν με αφορά αν θυμώσεις κι αν με απειλήσεις μπουζουκόκαβλε φασίστα νεοέλληνα. Που έχεις κάνει τη χώρα μου να αντανακλά το βρώμικο χνώτο από τα σαπισμένα δόντια σου κι εμένα εξόριστο. Εσύ γιόρτασες προκαταβολικά το Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα. Πυροβολώντας στο ψαχνό 200 εξαθλιωμένους Μπαγκλαντεσιανούς που ήθελαν τα δεδουλευμένα τους για να τρως φραουλίτσες.

Καταλαβαίνεις; Όχι δεν καταλαβαίνεις. Ένα γεγονός που σε όποια χώρα αν συνέβαινε, θα ήταν πρωτοσέλιδο. Θα έπεφταν κεφάλια. Είδα τις σημερινές εφημερίδες. Μόνο δύο το είχαν κύριο πρωτοσέλιδο. Οι υπόλοιπες στα ψιλά. Σκέψου τώρα πως θα το χειριζόντουσαν οι πουτάνες της ενημέρωσής σου, αν συνέβαινε το αντίθετο. Αν κάποιοι Μπαγκλαντεσιανοί είχαν πυροβολήσει στο ψαχνό 200 Έλληνες. Εθνική ντροπή και δικαίωση της Χρυσής Αυγής. Λίγο πριν το Πάσχα. Με τα media να θεωρούν πιο σημαντικό θέμα τα κατασκευασμένα χαράτσια και τις δηλώσεις των τραβεστί πολιτικών. Σου είναι αρκετό τώρα να καταλάβεις τι ψηφίζεις; Τι υποστηρίζεις; Σε τι είσαι συνένοχος;
Ναι, ας μας κάνουν λιώμα όχι μόνο οι τρόικες, αλλά ο οποιοσδήποτε. Μας αξίζει. Επηρμένα αρχίδια με γούνα δολοφονημένης αλεπούς είμαστε εδώ και δεκαετίες. Κι αυτό πληρώνεται. Με στρατόπεδα συγκέντρωσης λαθρομεταναστών, αυτών τουλάχιστον που δεν μας κάθονται να τους πηδήξουμε τσάμπα. Και στη Γερμανία, όταν αποκαλύφτηκαν οι θηριωδίες του Άουσβιτς, αυτό λέγανε οι γείτονες: "Μα δεν φανταζόμασταν τι συνέβη". Όλη η νεοελληνική οικονομία, το θαύμα (?) της και η κατάρρευση της, εκεί βασίστηκε. Στη συνενοχή μπάτσων και αρχόντων.

"Εικόνες που προκαλούν ντροπή" λένε τα τσόλια των ειδήσεων. Όχι. Εικόνες που προκαλούν οργή. Σε ένα κράτος, που δημοσιεύει άμεσα φωτογραφίες από δούλες πόρνες με HIV, αλλά δυσκολεύεται να δημοσιεύσει φωτογραφίες των δολοφόνων στη Νέα Μανωλάδα. Προφανώς επειδή δεν αποκαλούν δημόσιο κίνδυνο για τους Έλληνες.

Λες και κανείς δεν ήξερε, χρόνια τώρα, τι εθνικότητας είναι οι πουτάνες που πληρώνουμε 10 ευρώ για να τις ξεφτιλίσουμε στο πήδημα. Λες και κανείς δεν ξέρει τόσα χρόνια τι εθνικότητας είναι αυτοί που μας αδειάζουν τους βόθρους και μας μαζεύουν τα βιολογικά οπωροκηπευτικά για να έχουμε καλά την υγειά μας. Με το ένα δέκατο των χρημάτων που εμείς, ως περήφανοι Έλληνες, συνεχίζουμε να πληρώνουμε για να πιούμε μια βότκα σε ένα κωλόμπαρο.

Η βία φέρνει βία. Και ειλικρινά στο λέω, ακόμα και τον πιο αγαπημένο μου άνθρωπο στον κόσμο, δηλαδή τη μάνα μου, αν αύριο κάποιος λαθρομετανάστης τη σφάξει για να τη ληστέψει, δεν μπορώ να τον κατηγορήσω. Θα θελήσω να τον εκδικηθώ, να τον δολοφονήσω, αλλά θα σταματήσω. Γιατί η μάνα μου ήταν αυτή που με έμαθε να σέβομαι την ανάγκη του άλλου για φαΐ και αξιοπρέπεια. Το θυμό του απέναντι στον εξευτελισμό που του δείχνουμε ακόμα και με τη φυματική μας, ανταλλακτική φιλανθρωπία.. Η μάνα μου μέ έμαθε να αγαπάω τον άνθρωπο, ακόμα και στη χειρότερη εκδοχή της φύσης του και να τη δικαιολογώ. Ειδικά αν αυτή τη χειρότερη εκδοχή, την προκάλεσα εγώ με τη ναρκωμένη συνενοχή μου, σε ένα ανθρωποφαγικό σύστημα με Θεό το χρήμα και σφαχτό για θυσία τον άνθρωπο.

Η μάνα μου με έμαθε ότι ο χριστιανισμός, στον πυρήνα της φιλοσοφίας του, είναι αδελφικός με την ιδεολογία (δε μιλάω για την εφαρμογή) του κομμουνισμού. Όλα τα υπόλοιπα, είναι απλές δικαιολογίες. Λίγο πριν το Πάσχα που θα γιορτάσεις τη θυσία του Θεανθρώπου για τη δική σου σωτηρία. Αξιοπρεπής και αδιάφορος απέναντι στη θυσία όλων όσων σου παρέχουν την επίπλαστη ευημερία σου. Αδιάφορος απέναντι στον μετανάστη και τον διαφορετικό από σένα, όσο δεν έχεις κέρδος να τον χρησιμοποιείς. Κι αγκαλιά με μια κολόνα του Παρθενώνα, που θα σου συνιστούσα ειλικρινά, να τη βάλεις στον κώλο σου. Όπως χώνεις τη σούβλα στο αρνί, μπας και αποκτήσεις ανθρώπινη γεύση. Όταν θα έρθει η ώρα να σε φάνε. Με γαρνιτούρα φραουλίτσες από τη Νέα Μανωλάδα, ποτισμένες αίμα που έχυσες. Καλό μου Πάσχα μικρό μου σφαχτό. Δε φταίω εγώ αν προτίμησες να βελάζεις ενώ μπορούσες να μιλήσεις
 
 
 
Δεν είναι πως δεν έχω δικές μου λέξεις να κατηγορήσω,, να αγαναχτίσω να ξεσπάσω για όλα τούτα που γίνονται κάθε μέρα με την ανοχή μας, με την ψήφο τους, με την βλακεία που ριζώνει ολοένα και πιο βαθειά, με την αμορφωσιά που μας τυλίγει καθημερινά και οργανωμένα, με τη φτώχεια στην οποία τους επιτρέψαμε να μας πετάξουν, στην ανεργία που βιώνουν ολοένα και περισσότεροι, στα όνειρα που στερούν από τα παιδιά μας και στην ανέχεια που σε κάποιον πρέπει να φορτώσουμε.
Διαβάζω για τα καθημερινά τους εγκλήματα, ακούω 20χρονα παιδιά να μου λένε κατάμουτρα ζήτω η χρυσή αυγή, ανθρώπους υπεράνω υποψίας να παραδέχονται οτι ψήφισαν χρυσή αυγή , ανθρώπους καθημερινούς δίπλα μου στο λεωφορείο να διαβάζουν φυλλάδες της χρυσής αυγής , με τρύπια παπούτσια, που δεν θα τα κοίταγα στην καμία των περιπτώσεων, αλλά παρατηρώ μπας και βρω εξήγηση, μπας και καταλάβω, μπας και τους δώσω να καταλάβουν.
Να καταλάβουν ποιό είναι το χέρι που όπλισε τα χέρια των μπράβων της Μανωλάδας
Και μόνο μια φράση αυτές τις στιγμές αντηχεί στ αυτιά...
Τον φασισμό βαθιά κατάλαβε τον. Δεν θα πεθάνει μόνος τσάκισε τον.
 
 

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Κώστας Καρυωτάκης - Αγάπη

"...Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα..."

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
... Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Αγάπησα – Νάνα Μούσχουρη

Αγάπησα κι όλα γίναν φώς
ανάβει η νύχτα κι αρπάζει ο ουρανός
κι όλα είν΄αλλιως, κι ολα ειναι φώς
μου “δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
και το κεφάλι σ ΄εναν ώμο ν ακουμπήσω
να ξορκίσω κάθε κακό
μου δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
ναχω και πάλι μια αγκαλια να κατοικήσω
ν αναστήσω ότι αγαπώ
Αγάπησα κι άνοιξα φτερά
πετάει η ψυχή μου μ αγγέλους ψηλά
κι εχω φτερά κι έχω χαρά
μου δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
και το κεφάλι σ΄εναν ώμο ν ακουμπήσω
να ξορκίσω κάθε κακό
μου δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
ναχω και πάλι μια “γκαλια να κατοικήσω
ν αναστήσω ότι αγαπώ


 Ένα ποίημα , και ένα τραγούδι.
Βαριά η κούραση απόψε.
Για να κλείσει η μέρα.
Η βδομάδα...
Όλα λίγο διαφορετικά απόψε.
In safe mode...
κλειστά παραθυρόφυλλα...
Καληνύχτα

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

25η Μάρτη...

25η Μαρτίου 2013


                                                 
 
 Η ουσιαστική επέτειος στην Ιερισσό


 
 
Και η άλλη, η πριβέ τους...
 
 
 
Μια εικόνα παλιά
 
και ένα κείμενο του Μάνου Χατζιδάκη πιο επίκαιρο από ποτέ
 
"Από την ώρα που μας βοηθάει η Ελλάς να γίνουμε άνθρωποι, με μια παγκοσμιότητα, πολύ καλώς.
Από την ώρα που μας δίδει μια φουστανέλα και μας εμποδίζει να υπάρχουμε με τους άλλους συνανθρώπους, είναι αντιδραστικό. Αν αυτό που λέμε ελληνικό είναι εμπόδιο στο να ενωθούμε μ' έναν μαύρο, είναι καταδικαστέο. Αν, αντιθέτως, αυτό είναι βοηθητικό για να ενωθούμε με τους άλλους, είναι υπέροχο. Η έννοια του ελληνικού για πολλούς ανθρώπους έχει διαφορετική όψη. Εγώ πιστεύω σ' εκείνη την ελληνικότητα που εξαφανίζει τις διαφορές."
 
 
 
 
-Και ένα κείμενο που πέτυχα στο διαδίκτυο του Αλκίνοου Ιωαννίδη για την Κύπρο. Όχι τόσο για την πολιτική προσέγγιση των εξελίξεων στην Κύπρο όσο για την κοινωνική πλευρά του θέματος, της κρίσης γενικότερα
 
 
Ελεύθεροι κατακτημένοι
 
 
Αρθρογράφος:
Αλκίνοος Ιωαννίδης




Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει
 
 
 
Αυτή είναι η δική μου επέτειος για την 25η του Μάρτη του 1821.
Και του χρόνου Επανάσταση.
 

Καλημέρα

ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ- Κική Δημουλά

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἐαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.


Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.



Εγώ τώρα τί να πώ γι αυτό το κάθε πρωινό?
Και του χρόνου... 1...

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Από εδώ για τα αέρια Κυρίες και Κύριοι - Το γράμμα

 
 
        A prisoner's diary in Pawiak Prison Museum, Warsaw.. 
 
…….

Ξέρεις τι σκέφτομαι όταν σου γράφω ;

Είναι αργά το βράδυ . Ένα μεγάλο γραφείο με χωρίζει από το θάλαμο των ασθενών που βαριανασαίνουν . Κάθομαι μόνος μου στο σκοτεινό παράθυρο που αντικατοπτρίζει το πρόσωπό μου , την πράσινη σκιά μιας λάμπας και το άσπρο χαρτί πάνω στο τραπέζι . Ο Φράντς , ένας νεαρός από την Βιέννη , με συμπάθησε , από την πρώτη βραδιά που έφτασε – έτσι τώρα κάθομαι , στο τραπέζι του και στο φως της λάμπας του , γράφω το γράμμα αυτό σ’ εσένα χρησιμοποιώντας το χαρτί του . Δεν θα σου γράψω όμως για τα θέματα που συζητούσαμε σήμερα στο στρατόπεδο : γερμανική φιλολογία , κρασί , ρομαντική φιλοσοφία , προβλήματα του υλισμού .

Ξέρεις , τι σκέφτομαι ;

Σκέφτομαι την οδό Σταρίσζεβσκα . Κοιτάζω το σκοτεινό παράθυρο , το πρόσωπό μου που αντανακλάται στο τζάμι , και έξω βλέπω το σκοτάδι που φωτίζεται περιοδικά από το ξαφνικό φως των προβολέων πάνω στα φυλάκια , που σκιαγραφεί κομμάτια των διαφόρων αντικειμένων μέσα στη νύχτα . Κοιτάζω το σκοτάδι και σκέφτομαι την οδό Σταρίσζεβσκα . Θυμάμαι τον ουρανό , χλωμό μα φωτεινό , και το βομβαρδισμένο σπίτι στην απέναντι πλευρά του δρόμου . Σκέφτομαι πόσο πολύ λαχτάρησα το κορμί σου εκείνες τις μέρες και συχνά χαμογελώ μόνος μου καθώς φαντάζομαι την κατάπληξή τους όταν μετά την σύλληψή μου πρέπει να βρήκαν το δωμάτιό μου , πλάι στα βιβλία μου και στα ποιήματά μου , το άρωμά σου και τη ρόμπα σου , βαριά και κατακόκκινη σαν τα χρυσοποίκιλτα υφάσματα στους πίνακες του Βελάσκεθ .

Σκέφτομαι πόσο ώριμη ήσουν . Την αφοσίωση και , συγχώρεσε με αν το λέω μόνο τώρα , την ανιδιοτέλεια που πρόσφερες στην αγάπη μας , πόσο ευχάριστα μπήκες στη ζωή μου που δεν σου πρόσφερε τίποτα παρά ένα μικρό δωματιάκι χωρίς σωληνώσεις , βραδιές με παγωμένο τσάι , λίγα μαραμένα λουλούδια , ένα σκυλί που πάντοτε μασουλούσε παίζοντας με τα παπούτσια σου , μια λάμπα πετρελαίου .

Τα σκέφτομαι όλα αυτά και χαμογελάω καταδεχτικά όταν μου μιλούν για ηθικότητα , για νόμους , για παράδοση , για υποχρεώσεις … όταν απορρίπτουν κάθε τρυφερότητα και αίσθημα , και κουνώντας τις γροθιές ανακηρύσσουν την εποχή αυτή ως εποχή σκληρότητας . Χαμογελώ και σκέφτομαι ότι ο άνθρωπος πρέπει πάντα να ανακαλύπτει τον άλλο , χρησιμοποιώντας την αγάπη . και ότι αυτό είναι το πιο πολύτιμο αγαθό στη γη και αυτό που θα διαρκέσει περισσότερο .

Σκέφτομαι ακόμη το κελί μου στη φυλακή Πάβιακ . Την πρώτη εβδομάδα ένιωθα ότι δεν θ’ άντεχα ούτε μέρα χωρίς βιβλίο , χωρίς τον κύκλο του φωτός κάτω από την λάμπα πετρελαίου το βράδυ , χωρίς ένα κομμάτι χαρτί , χωρίς εσένα …

Και πράγματι , η συνήθεια είναι μια πανίσχυρη δύναμη . Θα σου φανεί απίστευτο κι όμως βημάτιζα διαρκώς πάνω κάτω στο κελλί μου , συνθέτοντας ποιήματα στον ρυθμό των βημάτων μου . Ένα απ’ αυτό το έγραψα σε μία Βίβλο ενός συντρόφου μου στο κελλί , αλλα απ’ τα υπόλοιπα – και ήταν ποιήματα εμπνευσμένα στο στυλ του Οράτιου – δεν τα θυμάμαι πια .





σ.σ.: α) Federico Caponi photography

β) Tadeusz Borowski " Από δω για τ' αέρια Κυρίες και Κύριοι" , εκδόσεις Στοχαστής 1988
 
 
υ.γ. Αλέκο μου σ ευχαριστώ!!!!!!!

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Φανταστικά όντα...

Στο βιβλιοπωλείο του χωριού φέτος το καλοκαίρι, βρήκα και αγόρασα την  "Εγκυκλοπαίδεια των φανταστικών όντων" του Judy Allen.
Ένας οδηγός για τον κόσμο των φανταστικών όντων -από τα ξωτικά και τους δράκους ως τα βαμπίρ και τους μάγους.
Έχει εξελιχθεί σ ένα απ τα αγαπημένα παραμύθια του Παναγιώτη μου. Και σίγουρα δεν είναι μόνο το μυαλό ενός παιδιού, ο τόπος που η  φαντασία γίνεται πιο δυνατή  απ την πραγματικότητα. Εκεί που μαγεία, λογική, φαντασία, ευχή,καλπασμός, εκδίκηση, μάχη, γίνονται θρύλος και αυτόματα οι κόρες στα μικρά του μάτια διαστέλλονται από το θαυμασμό που μόνο ένα μικρό παιδί μπορεί να δείξει...


Κεφάλαιο Ένα

Αερικά

Νάνοι , ξωτικά, τελώνια, γκόμπλιν, λέπρεκον, μπράουνι...
Αυτά είναι μερικά από τα ονόματα που δίνονται εδώ και αιώνες στα αερικά που ζουν στον κόσμο της φαντασίας, μέσα στους θρύλους και στις παραδόσεις των λαών όλου του κόσμου.
Πολλά απ αυτά είναι καλά και ευγενικά με τους ανθρώπους, άλλα είναι πονηρά και πανούργα.
Σε κάθε περίπτωση πάντως , η επαφή του ανθρώπου μαζί τους θεωρείται πολύ επικίνδυνη.

Νεράιδες και ξωτικά


Οι άνθρωποι πιστεύουν στις νεράιδες και στα ξωτικά από τα πολύ παλιά χρόνια.Στη μεσαιωνική Ευρώπη νεράιδες έλεγαν τις γυναίκες που είχαν μαγικές δυνάμεις.Όσο για την εικόνα της όμορφης αέρινης νεράιδας με τα διάφανα φτερά, αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε κείμενα του τέλους του  18ου αιώνα
Αν και οι νεράιδες χορεύουν και τραγουδούν στο ύπαιθρο, ελάχιστοι έχουν καταφέρει να τις δουν . Τα σημάδια , όμως , από το χορό τους στο γρασίδι (ένας κύκλος τις περισσότερες φορές) είναι εμφανή σε όλους.
Τα περισσότερα αερικά είναι μικροσκοπικά , αλλά υπάρχουν και ψηλά, ογκώδη αερικά, ενώ οι νεράιδες είναι συνήθως ανθρωπόμορφες.
Αν τις έβλεπε όμως κανείς από πίσω, θα διαπίστωνε πως έχουν μια τρύπα στην πλάτη.

Ξωτικά του κόσμου

Τα ξωτικά ζουν και κινούνται συνήθως σε ομάδες όπως τα πατού-παϊαρέ των Μαορί στη Νέα Ζηλανδία.Ζουν συνήθως πάνω στα δέντρα και εμφανίζονται στην ομίχλη.Τους αρέσει ο χορός και το τραγούδι.Πολλές φορές μαθαίνουν στους ανθρώπους να κάνουν μαγικά, αλλά αν καλέσουν κάποιον να πάει κοντά τους, τον αφήνουν να χαθεί στο δάσος.
Μερικά ξωτικά, όπως για παράδειγμα τα λεπρεκόν της Ιρλανδίας, είναι μοναχικά.Τα λέπρεκον θεωρούνται πολύ πλούσια και δεν είναι λίγες οι φορές που τα έχουν πάρει από πίσω κυνηγοί ή ξυλοκόποι, με σκοπό να ανακαλύψουν το μέρος όπου κρύβουν τους θησαυρούς τους. Αυτά όμως τουα αναγκάζουν να κάνουν γύρους στο δάσος , μέχρι που τους αφήνουν κάπου μόνους, δίχως φυσικά να τους αποκαλύψουν το θησαυρό τους.

Τα αερικά και οι άνθρωποι.

Στα παραμύθια οι καλές νεράιδες δίνουν συνήθως την ευχή τους ή βοηθάνε τον ήρωα κάτω από προυποθέσεις.
Η Σταχτοπούτα , για παράδειγμα, είναι υποχρεωμένη να γυρίσει στο σπίτι της τα μεσάνυχτα, την ώρα που διαλύονται τα μάγια.
Ένας άνθρωπος που θα  τον πληρώσουν τα ξωτικά επειδή τα βοήθησε δεν πρέπει να κοιτάξει τα νομίσματα γιατί θα μετατραπούν αμέσως σε ξερά φύλλα.
Τα περισσότερα ξωτικά αρκούνται σε μια μικρή καθημερινή προσφορά ή ένα δώρο ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους.
Έτσι πολύ συχνά οι άνθρωποι τους κόβουν ένα μικρό κομμάτι από ένα ΄φρέσκο καρβέλι ψωμί ή τους αφήνουν λίγο από το γάλα της αγελάδας που μόλις έχουν αρμέξει.

Αν και τα αερικά παρουσιάζονται πολλές φορές γενναιόδωρα και με ειρηνικές διαθέσεις απέναντι στους ανθρώπους , αυτοί συχνά δε διστάζουν να ανακατευτούν στη ζωή τους ή και να τα αιχμαλωτίσουν, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς τους.
Τα αερικά όμως καταφέρνουν πάντα να ξεφεύγουν.Καμιά φορά κλέβουν ζώα τρόφιμα ακόμα και μωρά στη θέση των οποίων αφήνουν τα δικά τους.Τέτοια αερικά με κακές διαθέσεις τα ονομάζουμε τελώνια.

Σε πολλούς θρύλους οι νεράιδες ερωτεύνται όμορφους νεαρούς και τους κλείνουν σ ένα μαγικό κύκλο δύναμης από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.Ακόμα σε πολλές περιπτώσεις , όταν κάποιο ξωτικό κλέψει ένα μωρό ανθρώπων, προσπαθεί να απαγάγει και μια νταντά να το φροντίζει.

Αν βρεθεί κάποιος θνητός στον κόσμο των αερικών, τότε δεν πρέπει να αγγίξει την τροφή τους , γιατί αλλιώς θα μείνει για πάντα μαζί τους.Όσοι κατάφεραν να ξαναγυρίσουν από εκεί λένε πως ο χρόνος κυλάει πολύ διαφορετικά απ΄ότι στο δικό μας κόσμο. Μια δική τους μέρα μπορεί να αντιστοιχεί σε πολλά χρόνια στον κόσμο τω ανθρώπων.


Οι καλές νεράιδες έχουν δανειστεί τη μορφή τους από τις Μοίρες της ελληνικής και ρωμαικής μυθολογίας. Στη σκανδιναβική μυθολογία ονομάζονται Νόρν. Οι Μοίρες παρουσιάζονται πάντα ανά τρεις και πολλοί υποστηρίζουν πως ορίζουν τη μοίρα του καθενόε, ενώ άλλοι πως προλέγουν το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση όμως, γνέθουν το νήμα της ζωής του καθενός , κι όταν το κόβουν.η ζωή αυτή τελειώνει.

Στους μύθους για τις Σκανδιναβές Νόρν, οι νεράιδες επισκέπτονται τα νεογέννητα και ανακοινώνουν το μέλλον τους. Με τον καιρό δημιουργήθηκε η πεποίθηση πως οι Νόρν έφερναν δώρα στα νεογέννητα- όχι υλικά αγαθά αλλά καλοτυχία και ικανότητες. Έτσι έγιναν γνωστές σ όλη την Ευρώπη ως οι καλές νεράιδες-νονές, οι οποίες εμφανίζονται άλλτε ανά επτά, άλλοτε ανά δώδεκα,κι άλλοτε περισσότερες μαζί. Με την πάροδο των χρόνων όμως άλλαξε και η συμπεριφορά τους. Η  Σταχτοπούτα για παραδειγμα συνάντησε την καλή νεράιδα -νονά της όταν ήταν μεγάλη.


 
Και κάπου εκεί ,ανάμεσα σε μυθολογίες, σε παραμύθια και όνειρο αφήνω τα στοιχειά της μέρας και της νύχτας , της στεριάς και της θάλασσας να με στοιχειώσουν, να με πλαισιώσουν να με βοηθήσουν  να πλάθω ένα παραμύθι χωρίς αρχή, δίχως τέλος, αληθινό ή ψεύτικο με λόγια ή χωρίς, με παρουσία ή κενό. Με οδηγούν , με δυναμώνουν, με κάνουν να ονειροπολώ, να ταξιδεύω, να τραγουδάω , να θυμώνω, να γελάω, να φωνάζω, να αντέχω, να προσπαθώ και να παλεύω τα δικά μου στοιχειά.
Να γκρεμίζω τείχη και οχυρά.
Και απόψε, αφού τους έβαλα για ύπνο πριν λίγο, μετά το φιλί, και πριν το απαλό κλείσιμο της πόρτας τους,
άφησα μια ανάσα βαθειά, ανακούφισης, ευχαριστίας, στη νεράιδα που συντροφεύει τ αγγελούδια μου στον ύπνο τους και κάνει τις μέρες μας να λάμπουν έτσι...
Σαν από παραμύθι βγαλμένες...

 

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Του έρωτα - Ντίνος Χριστιανόπουλος

 

τὸ φιλὶ
ἑνώνει πιὸ πολὺ
ἀπ᾿ τὸ κορμὶ
γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποφεύγουν
οἱ πιὸ πολλοὶ
 
 
 
Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.

Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα.

Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.

Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.
 
 
Mε κατάνυξη

'Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.
Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.
Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.
Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.
 
 
αφαίρεσε τη νύχτα απ’ τα μάτια σου –
πώς να παλέψω μόνος με τους δυό σας;


 
Η μελανιά που μου κανες στο στήθος
είναι η καλύτερη απόδειξη
πως λύσσιαξες κι εσύ απο μοναξιά...
 

 

Ἀναστολή

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.
 
 

Όταν σε περιμένω

Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

 
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις…
όσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους – μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια.. Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα. Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει…
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα: χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει…


 

Πού πήγε;;