Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Ψίθυροι στο κύμα

Μεγάλη χαρά σήμερα και φόρτιση.
 Ειδικά όταν μπήκα και το είδα εκτυπωμένο, σε στίβες...
Ψίθυροι στο κύμα, εκδόσεις Αγγελάκη.
Εύχομαι οι σελίδες του να γίνουν καράβι, να σας ταξιδέψουν...
Κυκλοφόρησε!

 Παιδικά χρόνια, φτωχικά και τραυματικά. Το σχολειό, η δουλειά, ο έρωτας, η χαρά και η απώλεια στη δίνη του πολέμου, της Κατοχής και του εμφύλιου σπαραγμού. Κι έπειτα ο γάμος, τα παιδιά, τα εγγόνια και πάλι η απώλεια... Μνήμες που τρέχουν... και η Δωρούλα απέναντι στη θάλασσα να αφηγείται το Παραμύθι της ζωής της. Ψίθυροι στο κύμα... μήπως καταφέρει το θαλασσινό νερό ν' απαλύνει τις πληγές της.
" Γιατί τελικά, πιο δυνατή από το θάνατο, είναι η ίδια η ζωή. Είναι ο ερχομός μιας νέας ζωής. Όχι πως σβήνονται τα προηγούμενα, ούτε σταματάς να τα σέρνεις μαζί σου ποτέ, μα να, νιώθεις πως γεμίζουν τα πνευμόνια σου δύναμη και τούτο το βάρος που σέρνεις σου φαίνεται καθημερινό και μπορείς να σηκώσεις κι άλλο, μπορείς πια να αλλάξεις σελίδα"

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Κουλούρες

Το προζύμι το πιάνουμε νωρίς το απόγευμα, να έχει ώρες μπροστά του να ξεκουραστεί.
Η συνταγή, γραμμένη απ τα χέρια της μάνας, γράφει με κεφαλαία γράμματα, τίποτα κρύο, τίποτα καυτό.
 Ήπιες θερμοκρασίες, ήρεμες κινήσεις.
Οι απότομες αλλαγές, οι μεγάλες αλλαγές θα το βρουν απροετοίμαστο. 
Δύσκολο ν ανταποκριθεί.
Μετά από 4 ώρες, ένα ένα τα υλικά θα βρίσκουν την θέση τους στο μείγμα.
Στην αρχή με το μίξερ, μετά θα μπουν χέρια στο ζύμωμα- και αγάπη.
 Φέτος μπήκαν τρία ζευγάρια χέρια στο ζυμάρι. 
Τα δικά μου, του μικρού και της μικρής.
 Περίσσευε η αγάπη και το γέλιο τους.
 Και ας γίναμε χάλια και οι τρεις.
Το ζυμάρι θέλει χρόνο και ζεστασιά.
 Όλο το βράδυ σαν μικρό παιδί τυλιγμένο μέσα στη λεκάνη. Μην τυχόν και μου κρυώσει.
Η σειρά σκεπάσματος που ακολουθεί η μάνα τόσα χρόνια, είναι ένα τραπεζομάντηλο, δυο κουβέρτες, ένα ρούχο του πατέρα και μια εικόνα για το καλό. 
Όλο το βράδυ η θέρμανση ανοιχτή.
 Ότι θέρμανση και αν είναι αυτή.
Δυό φορές μέσα στη νύχτα οι κουλούρες θέλουν ζύμωμα.
 Να απορροφήσει σιγά σιγά το αλεύρι το βούτυρο. 
Ανά τρείς ώρες.

 Και το πρωί, θα πάρουν το τελικό τους σχήμα. 
Θα πλαστούν, θα μπουν μέσα στα ταψιά, πάνω από λαδόκολλες. 
Και θα περιμένουν. 
Θέλει χρόνο η ζύμη και υπομονή. 
Μέχρι να αναδιπλωθεί, να πάρει όγκο και αέρα μέσα της, να επεκταθεί,
 και να απλώσει το δέσιμο, σε όλο το χώρο που έχει.

 Πριν να μπουν στον φούρνο τα ταψιά θα αλειφτούν με αυγό, για να αποκτήσουν γυαλιστερό, ροδοκόκκινο χρώμα, θα μπει ένα κόκκινο αυγό στη μέση και αμύγδαλο να τα στολίσει.

 Και ο φούρνος θα κάνει την τελική δουλειά. 
Μεσαία θερμοκρασία, είπαμε ήρεμες κινήσεις στα τσουρέκια.
 Ήμερες διαδικασίες.

Και όλο το σπίτι θα μυρίσει μαχλέπι και μαστίχα. 
Και όλο θα γελούν τα πρόσωπα των παιδιών.
 Και όλο θα έρχονται να βάζουν το πρόσωπο τους στο φούρνο να δουν. 
Και σαν θα βγει το πρώτο τσουρέκι θα τρέξουν όλο χαρά να δουν, τί έφτιαξαν. 
Και 'γω όλο καμάρι θα βλέπω απ το αλεύρι να γίνεται ζυμάρι και τσουρέκι.

 Θα βλέπω την Ανάσταση να πλησιάζει και το σπίτι να μοσχοβολάει Πάσχα

 Γιατί Ανάσταση είναι και τούτη η διαδικασία. 
Η μεταμόρφωση του αλευριού σε κουλούρα. 
Σε γλυκό. 
Και του χρόνου τέτοιες μέρες. 
Να είμαστε γεροί και αγαπημένοι, και να μπορούμε να ανασταίνουμε τις ψυχές μας με απλά, μικρά πράγματα. 
Τούτη αλήθεια δεν είναι η ζωή;;
Άντε και του χρόνου στο χωριό...

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Παρακαμούδα



Τ απογεύματα του καλοκαιριού , όταν οι δουλειές του σπιτιού θα χαν τελειώσει ,το μεσημέριανο τραπέζι θα χε μαζευτεί, τα πιάτα θα ήταν στα ντουλάπια καθαρά και οι άντρες θα είχαν κινήσει για τη δεύτερη βάρδια της ημέρας η τον καφενέ, οι γυναίκες θα ριχναν μια τελευταία μάτια στην ακρατοσύνη του σπιτιού και θα 'βγαιναν έξω στα σκαλιά , μια μια μέχρι να ολοκληρώσει την απαρτία της η γειτονιά.

Στ παρακαμούδα.
Μαζί τους η καθεμία θα κουβαλούσε σα μικρό παιδί ένα εργοχειρο. Σε λίγη ώρα θα 'βλεπες στη σειρά παραταγμενα σκυμμενα γυναικεία κεφάλια. 
Οι μανάδες με τα δύσκολα κεντήματα.


Κοφτά, φουσκωτά, πεταχτές, πλακέ, λευκαδίτικα, ροδιτικα, σταμπωτα τα περισσότερα απ τις ίδιες, με καρμπόν πατιτουρα απ το αρχικό σχέδιο που ξεσηκωναν από περιοδικα. Οι γιαγιάδες, ένεκα περιορισμένης όρασης, μ ένα πλεκτό με νήμα , που το χαν μάθει τυφλοσουρτι. Στην αρχή ελυναν τα τσεμπερια απ το κεφάλι. Μετα άφηναν το χέρι  να φεύγει μόνο του,  μαζί με τα σχόλια, για την ημέρα που πέρασε, για τη ζέστη, για τις έννοιες. Το μικρό δαχτυλάκι τους όρθιο, σαν φυσικό στήριγμα στο νήμα. Και στο πλάι το κουβάρι όμορφα παραταγμενο σε μικρά πανερια που στο τέλος αποθεταν τα γυαλιά και το πλεκτό.


Και στην άκρη της σκάλας, για να ξεφεύγουμε πιο εύκολα, εμείς οι μικρές.
 Ξεκιναγαμε όλες με τα χοντρά μαξιλαρακια που γινόταν και κάδρα με μάλλινες κλωστές.

Μέχρι να μάθω την σταυροβελονια δύο τέτοια τελείωσα. 
Μια Χιονάτη και μια κοκκινοσκουφίτσα. 
Το επόμενο στάδιο ήταν οι μουλινεδες. 
Μικρά μαξιλαρακια για αρχή έτοιμα σταμπωτα, μετα ασορτί σεμαιδακια, καρεδακια και τραπεζομαντηλα.
 Ένα τέτοιο τραπεζομαντηλο μισοτελειωμενο περιμένει στο βάθος της ντουλάπας μου, μόνο και μόνο για ακούω την μάνα να γκρινιάζει.
 Τελείωσε το η φερ'το να το τελειώνω... 
Μόνο και μόνο να μου θυμίζει εκείνα τα απογεύματα.
Μέσα απ τις κλωστές του κάθε εργοχειρου, έβλεπες τα χρονια να περνούν.
 Ξεκιναγαμε εμείς η νέα γενιά με λογιω λογιω χρωματα μουλινεδες. Στη σειρά μέσα στα κουτάκια "Πεταλούδα" μαζί με ένα ψαλιδακι μικρό και μια δαχτυλιθρα. Στο καπάκι του κουτιού αχνογραμμενοι οι αριθμοί των μουλινεδων, προς αποφυγή αντιαισθητικων διχρωμιων... Α και το απαραίτητο ξύλινο τελάρο για να κρατάει τεντωμένο το εργοχειρο.
Οι μανάδες μας με πιο διακριτικους χρωματισμούς.
 Γκρι, μπεζ, καφέ, λάδι, χακί. Για πιο επίσημες περιστάσεις.
Και στην άκρη της Ιριδας στο μπεζ ή το λευκό οι γιαγιάδες μας. 
Θαρρείς και το πέρασμα των χρόνων έφερνε αυτή την λιτή μάτια των πραγμάτων, την απεξάρτηση της ζωής απ τα περιττά.
Το απογευματινό εργοχειρο εκτός απ το πρακτικό κομμάτι του, δλδ την προετοιμασία της προικας του σπιτιού, έκρυβε πολλά μικρά νοσταλγικά κομμάτια.
Έκρυβε τη χαλάρωση της γυναίκας του χωριού, την ξεκούραση της .
 Έκρυβε ένα είδος ενασχόλησης δημιουργικής, ένα χόμπι. 
Έκρυβε το άγχος που γλιστρούσε μαζι με κάθε βελονια. 
Έκρυβε την παρέα, το γέλιο, τα ανέκδοτα, τις στενοχώριες, τις συμβουλές, τα κουτσομπολιά,τν αφλουγή, τις ελπίδες. 
Έκρυβε ένα μικρό συναγωνισμό, για το τελικό αποτέλεσμα, το μερακι της καθεμιάς, τη γρηγοραδα της.
 Έκρυβε ανάσες το εργοχειρο, παρηγοριά, μια σταλιά ραχατιου και δύο νήματα αγάπης. 
Την αγάπη που συναντάω κάθε που ανοίγω τα συρτάρια με τα κεντήματα της μάνας. 
Την αγάπη κάθε μανας για την κόρη η το γιο. 
Την ελπίδα να φτιάξουν ένα όμορφο σπιτικό στο μέλλον. Μια όμορφα στολισμένη οικογένεια.
Η ίδια ιστορία κάθε μέρα του καλοκαιριού. 
Μέχρι που ν ακουγόταν η μελωδική καμπάνα τ Αν-Βασίλη που σήμαινε εσπερινό.
Τότε τα πόδια θα κατεβαιναν από το σταυροπόδι, οι γιαγιάδες θα βγαζαν τα γυαλιά και θα τα τοποθετούσαν όμορφα μέσα στο πανερι μαζί με το πλεκτό.
Φτου ξελευθερια και για τις μικρές. Το παιχνίδι είχε ήδη αρχίσει.
Από τότε μέχρι τώρα τα εργοχειρα έχουν λιγοστεψει, οι γειτονιές άδειασαν, τα γέλια αραιωσαν. 
Ο κόσμος κλείνεται πιο εύκολα στα σπίτια του παντού, μπροστά σε μια οθόνη. 
Αγαλιαζει η ψυχή μου κάθε που βλέπω μαζεμενη γειτονιά. Και ας μην είναι το κέντημα πλέον το θέμα. 
Είναι η παρέα το ζητούμενο.
Η παρακαμούδα.
Γιατί πλέον τα έθιμα απλοποιηθηκαν, μαζί με τις ανάγκες του νοικοκυριού. Τα έπιπλα άλλαξαν , σπάνια στολιζονται τα σεμαιδακια. 
Μα, κάθε που μπαίνω σε σπίτι στολισμένο με εργοχειρα, οσμιζομαι σπίτι φτιαγμένο με αγάπη, με έννοια, σκυμμενα γυναικεία κεφάλια σε παράταξη, και πολλά πολλά αληθινά γέλια και πειράγματα.

Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία μια θεια της γιαγιά μου
με το τσεμπέρι και τ αδράχτ' να κλώθ' το νήμα.
Γι αυτή θα τα πούμε σ άλλο ποστ...

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Μουσκάλτσετα


Ήταν γύρω στο 1986-87. 
Σ ένα ταξίδι του αδερφού της μάνας μου,στη Βουλγαρία, μετά τη διάγνωση του καρκίνου, για θεραπευτικούς λόγους- μπας και-
μαζί με τις ελάχιστες θετικές ενδείξεις, έφερε και δωράκια.
Το κάθενα αντικείμενο κουβαλούσε κάτι από την αστείρευτη του ελπίδα, κάτι από τον πόνο και την πίκρα των υπόλοιπων που ήξεραν,
 κάτι απ τη δική μας παιδική ματιά,
 και κάτι ακόμα απροσδιόριστο που έμεινε χρόνια τώρα ,να κρύβεται πάνω απ το σύνθετο έπιπλο της τραπεζαρίας, πλάι στην εφημερίδα της αναγγελίας του θανάτου του κάτω από το κενό που άφησε φεύγοντας.
Η αίσθηση του ξύλου ,ανάκατη με την μυρωδιά του ροδόνερου,οι διηγήσεις του για απέραντα χωράφια από ροζ τριαντάφυλλα μου είχαν εξάψει την φαντασία.
Τα μάτια του σπιθίριζαν...
Μακάρι να μην έφευγε τόσο νωρίς... 
Είχα τόσα να μοιραστώ μαζί του... βιβλία, πεποιθήσεις, κουβέντες, κόμμα, απόψεις, εικόνες ανθρώπους ,στιγμές...
Τούτη λοιπόν τη "Μουσκάλτσετα"- όπως έμαθα οτι λέγεται, ανακάλυψα τυχαία -σ ένα απ τα μαγαζιά που θα μπορούσα να περάσω μια ολόκληρη μέρα χαζεύοντας -και μου φερε στο μυαλό το ταξίδι του εκείνο. Παλιά, φθαρμένη, θαρρείς και είναι από τότε...
Και μέσα ατόφιο το δείγμα από ροδόνερο, άρωμα φρεσκάδας και άλλης εποχής...
Καλημέρα είπαμε;;;


Μουσκαλτσέτα






Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Ασπροπόταμος



Η φωτογραφία αυτή ανέβηκε σήμερα το πρωί στο facebook....
Και με πήγε χρόνια πίσω...
Στα μεσημέρια του καλοκαιριού....
.....Μια φωνή της μάνας θα διέκοπτε τον μεσημεριανό απαραίτητο υπνάκο γύρω στις τρεισίμιση...
Μπάνιο...
Χωρίς δεύτερη κουβέντα σφεντόνες γινόμασταν και κατεβαίναμε τη ξύλινη σκάλα του σπιτιού.
Μαγιώ, καπέλα, κάτι χαβλού σορτσάκια με τη ρίγα στο πλάι, σαγιονάρες και δρόμο για τοφορτηγό. Το πράσινο.
Με δυό κινήσεις πάνω στην καρότσα ,κολλάγαμε στην καμπίνα, τα χέρια σφιχτά στο σιδερένιο σωλήνα που έδενε ο πατέρας τα μοσχάρια για την μεταφορά τους.
Με το μυαλό η πρώτη βουτιά είχε ήδη γίνει.
Και φτάναμε.
Πρώτα από μακριά , η εικόνα τούτη.
Το σπίτι,τότε ασβεστωμένο,παλιό εξοχικό της νονάς του αδερφού μου.
Με την ίδια αίσθηση που απέπνεαν όλα τα σπίτια τότε.
Ελευθερία,καλοκαίρι και ξεγνοιασιά.
Ύστερα η ίδια μυρωδιά.
Στάχυ, θυμάρι,αλυγαριά καμμένα απ τον ήλιο του μεσημεριού ,θαρρείς και προσπαθούσαν να πετάξουν από πάνω τους ,
ότι πιο βαρύ τους απέμεινε.... 
Το άρωμα.
Ανέδινε η γης καλοκαίρι....
Φεύγαμε  βολίδες ο ένας να περάσει τον άλλο, πάντα ο Αποστόλης πιο σβέλτος,
στο στενάκι, 
κάναμε δεξιά και κει γέμιζε το μάτι ουρανό και θάλασσα...
Ο Ασπροπόταμος έχει πολλά φύκια, που μας κράταγαν την ορμή 
 και τις σαγιονάρες κολλημένες πάνω τους.
Η βουτιά θα ήταν κατευθείαν και σύντομη...
Θα φτάναμε μέχρι εκεί που δεν πατούσαμε και θα γυρίζαμε βιαστικά.
Πάντα βιαστικά τα μπάνια  με τον πατέρα μου.
 Οι δουλειές περίμεναν, τα ζώα ήθελαν τάισμα και το μαγαζί γύρω στις τεσσεράμιση άνοιγμα.
Γκρινιάζαμε στο φευγιό, δεν πήγαιναν τα πόδια τώρα...σέρνονταν...-ποιό παιδί χόρτασε ποτέ παιχνίδι και θάλασσα;
Μούσκεμα θα σκαρφαλώναμε στην καυτή απ το λιοπύρι καρότσα.
Θα μας στέγνωνε ο αέρας εκεί κατά τον Άη- Γιώργη.
Και θα 'μενε η αλμύρα να ξασπρίζει χέρια και τα πρόσωπα.
Συναγωνισμός για την αλμύρα, η δοκιμή με τη γλώσσα και μόλις φάνηκε το χωριό απ τις στροφές...
Χορτασμένοι ...
Ταξίδι μακρινό η εικόνα τούτη σήμερα.
Εικόνα, μνήμη, μυρωδιά και γεύση....


Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Μανούλα...

Σε τούτη τη μυστήρια σχέση μάνας με κόρη θα μπορούσα να αναφέρομαι για ώρες με πολύ αντίφαση, πολύ φόρτιση και πολύ συναίσθημα...
σχέση που ξεγυμνώνεται όταν η κόρη γίνει μάνα κόρης....
Πάνε σχεδόν τρία χρόνια από τότε... 
και ενώ μάνα είμαι ήδη 7 χρόνια η σχέση αυτή μπήκε στο μικροσκόπιο μετά την μικρή μου...
Πέρασε από κόσκινο,θυμό,πληγή,δάκρυ,οργή, μάχη, συγχώρεση και εν τέλει λύτρωση..
Μια γλύκα και μια.νοσταλγία σήμερα για τη μανούλα μου, που μου λείπει, σήμερα πολύ,πιο πολύ από κάθε φορά... 
και ας ήταν εδώ πριν μερικές μέρες...
Για τούτη τη γλύκα που είχε η φωνή της σήμερα, πιο ξεχωριστή,πιο καθαρή...
Για τούτη τη φόρτιση που νιώθω,και τη λύτρωση που κέρδισα, όχι αναίμακτα αλλά εντελώς καθαρά...
Χρόνια πολλά λοιπόν μανούλα.Μακρινά αλλά γεμάτα αγάπη...
Το σ αγαπώ στο φυλάω για από κοντά...


Τα δικά μου τα χρόνια πολλά ήταν τραγουδισμένα απ το στόμα του λαμπρού μου Ηλιου....
Μ έκανε να γονατίσω μπροστα στην αγάπη που γέμιζε τα μάτια του...

Χρόνια πολλά Μανούλες...

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Καλοκαίρι



Βρέθηκε στα χέρια μου σήμερα ένα φυλλαράκι από απήγανο (μάλλον).
Εκείνο το φυτό που φυτρώνει στην ακροθαλασσιά και στις γύρω παραθαλάσσιες περιοχές
Και κάνει όλο τον τόπο να μυρίζει καλοκαίρι.
Να μυρίζει νησί.
Μ ένα κλαράκι.
Έκλεισα τα μάτια σφιχτά, το έφερα στη μύτη μου απαλά και έφτασα στο νησί.
Μνήμη ταξίδι βουτιά.
Μυρωδιά , η αγαπημένη μου αίσθηση, η πιο κοντινή στη μνήμη.
Η μόνη που μπορεί να με πετάξει στο νησί επιτόπου.
Στο νησί και στην παιδική μου ηλικία.
Εικόνες.
Μεσημέρι στο χωριό.
Στις 4 τ απόγευμα, με το λεωφορείο της γραμμής.
Ήλιος πολύς.
Η μάνα, εγώ απ το ένα της χέρι, ο αδερφός απ το άλλο.
Γύρω στα 6-7. 
Ένα ψάθινο καπέλο η μάνα, ένα άσπρο ψαθάκι εγώ, ο αδερφός δεν θυμάμαι.
Η σαγιονάρα στραβοπατημένη να σέρνεται πίσω απ το πόδι .
Μια τσάντα θαλάσσης ριγέ περασμένη στον ώμο της.
Μέσα στην τσάντα μια ψάθα, μια πετσέτα άσπρη με κιτρινοκαφέ στάμπες και το ταπεράκι με τους κεφτέδες.
Πεδή, μετά από κανα δεκάλεπτο.
Ήλιος , ντάλα και τα τζιτζίκια να σου παίρνουν τα μυαλά.
Στο εξοχικό του θείου. 
Καγκελόπορτα, δεμένη με σχοινί.
Άνοιγμα και ο ένας πίσω απ τον άλλον στη σειρά στο μονοπάτάκι ανάμεσα στα χόρτα, τα κίτρινα στάχυα και το καλοκαίρι.
Στο δρόμο για τη θάλασσα.
Και περνώντας απ τα χόρτα οι παλάμες ανοιχτές να αγγίζουν τη φύση, και να ξεσηκώνουν τις μυρωδιές των χορταριών, των θάμνων και του καλοκαιριού.
Να ανεβαίνουν οι μυρωδιές να σου  τρυπάνε τη μύτη, να σου παίρνουν  την ψυχή και να σου φουσκώνουν το βλέμμα.
Να χαράσσουν μέσα σου μαλάματα , να τα σφραγίζουν για να μπορείς να βουτάς μέσα τους 30 χρόνια μετά.Μ ένα κλαράκι.
Πέταξα σήμερα το πρωί.
Ανέβηκα στις φτερούγες ενός όμορφου γλάρου και περνώντας ανάμεσα στο λευκό και στο γαλάζιο, έφτασα στον παράδεισο, με τον δικό μου ορισμό, τις δικές μου λέξεις, ματιές, συναίσθημα, μνήμη, 
μυρωδιές.
Στο καλοκαίρι μου.
Ευχαριστώ...

Και επειδή την αγαπώ πολύ και ας είναι διαφήμιση


Το καλοκαίρι γύρισε σήμερα το πρωί στην αγκαλιά μου...
 Τ αγαπάω το καλοκαίρι μου...

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Μαμά

 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αυτό το κοριτσάκι έχασε τη μητέρα του στον πόλεμο. Στην αυλή του ορφανοτροφείου ζωγράφισε τη μητέρα της με κιμωλία και κουλουριάστηκε στην αγκαλιά της. Έβγαλε τα παπούτσια της όπως όταν μπαίνουμε σε ιερό χώρο. Η αγάπη είναι ο πιο ιερός μας τόπος. Πρέπει να προσπαθήσουμε κανένα παιδί να μη βιώσει τον πόλεμο από δω και πέρα.
 
Προσωπικά συγκλονίστηκα απ τη φωτό...
Καλησπέρα.

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Μάνα

 
 
 
Χρόνια πριν, εκεί γύρω στην Τρίτη Δημοτικού τέτοια μέρα είχαμε γυρίσει σ όλες τις αυλές της γειτονιάς και τις πιο γύρω με το αδέρφι μου, και είχαμε ζητήσει απ όλες τις γιαγιάδες, λουλούδια απ την αυλή τους.
Και μιας και τούτη η Κυριακή συνήθως έχει πολλά λουλούδια, είχαμε γεμίσει ένα τραπέζι λουλούδια.
Πολλά λουλούδια.
 Για τη μαμά μας, για τη γιορτή της μητέρας...
Σήμερα θυμήθηκα την σκηνή αυτή όταν ήρθε ο Παναγιώτης μου μ ένα μπουκέτο αγριολούλουδα και η Κατερίνα με μια βιολέτα η μισή μέσα στο χέρι της, η υπόλοιπη στα δοντάκια της...
Για τα Χρόνια Πόλλά
Με την αγάπη που μόνο τα παιδιά μπορούν να χαρίσουν.
Στη μαμά τους.
Χρόνια Πολλά λοιπόν και από μένα. 
Αρχικά στη δική μου,
 και μετά σ όλες τις μαμάδες του κόσμου.
Στις μαμάδες που έχουν πολλά παιδιά και μπορούν,
στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν ποτέ να γίνουν μητέρες, αλλά χαιδεύουν με τα μάτια τους όλα τα παιδιά που βλέπουν,
στις μαμάδες που προσπάθούσαν χρόνια να κάνουν παιδιά και ταλαιπωρήθηκαν πολύ με εξωσωματικές και γιατρούς,
στις μαμάδες που έζησαν ή ζουν την μεγαλύτερη δυστυχία, να χουν χάσει παιδί.
Για τις μάνες που δεν βλέπουν τα παιδιά τους, γιατί είναι μετανάστριες σε κάποια άλλη χώρα ,για να μπορέσουν να τ αναθρέψουν,
για τις μάνες που προσπαθούν καθημερινά να τα βάλουν κοντά κοντά, και ποτέ δεν φτάνουν,
που βλέπουν τα παιδιά τους να πεινάνε, να υποσιτίζονται,
για όλες τις μάνες του κόσμου, σ όλες τις γωνιές της γης,
όσο σκληρές ή γλυκές τις έχει μετατρέψει η ζωή,
όσο και αν πιστεύουν πως είναι καλές μανάδες ή όχι,
αξίζει ένα χρόνια πολλα,
 μια μικρή μαργαρίτα
 και ένα τραγούδι για ευχαριστώ.
Γιατί καλώς ή κακώς,
στο πιο βαθύ μέρος  της ψυχής μας,
 στο πιο μέσα της καρδιάς μας βρίσκεται πάντα η μάνα,
και θα είναι εκεί για πάντα....

 
 
 
 

Το γλυκό της το παιδί - Ζακ Στεφανου
Κι αν αυτή γιορτάζει και δώρο δεν της πήρα
κι αν μ’ αγαπάει κι εγώ την τυραννώ
κι αν πολλά μου δίνει και λίγα μου ζητάει εγώ

Κι αν μ’ έχει γεννήσει κι είμαι 1, 60
κι αν της φωνάζω που είμαι κοντός
κι αν καμιά φορά στο σπίτι δεν τρώω
έτσι κι αλλιώς

Ένα δώρο σε μια όμορφη γυναίκα
που χει κάνει το πιο ωραίο παιδί της χαρίζω
κι αν δακρύζω δε μ’ αρέσει
είναι πολλή
η αγάπη που χει δώσει
 
Μα το ωραίο της παιδί δε θα τη προδώσει
πριν παλαβώσει θα της πει σ’ αγαπώ
κι αυτή θα το φιλήσει και θα πει
το γλυκό μου το παιδί

Κι αν το δωμάτιο μου είναι αχούρι
κι αν καμιά φορά φέρνω κακούς βαθμούς
κι αν συνέχεια σπάω τα σπυράκια στη μούρη
αυτούς

Ν’ ακούς που έχουν μια κιθάρα
και στον κόσμο μια μαμά και την αγαπούν
κι άμα δεν μπορούν να της το πουν
της το γράφουν και της το τραγουδούν

Αυτούς που έχουν μια κιθάρα
και στον κόσμο μια μαμά και την αγαπούν
κι άμα δεν μπορούν να της το πουν
της το γράφουν σε κασέτα
στ’ αυτοκίνητο το βάζουν

Και το πρωί όταν τ’ ακούσει
πριν δουλέψει νυσταγμένη θα σκεφτεί
το γλυκό μου το παιδί
 
 
Καλημέρα , καλή Κυριακή.



Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Νταή Παναγιώτης



"Μια φορά και έναν καιρό ο κόσμος ήταν μικρός. Άπλωνες το μάτι σου  ίσαμε πέρα , πόσον τόπο έπιανες;; Τόσος ήταν ο κόσμος που γνώριζες,...
Μέσα απ τις διηγήσεις του μπαρμπ' Αχιλλέα ένα όνομα κυριαρχούσε πάνω απ όλα τ άλλα, όνομα  που τον συγκινούσε, τον συνάρπαζε, τον ξεσήκωνε και του φερνε δάκρυα στα μάτια. Τ όνομα του πιο αγαπητού συντρόφου του, του αρχηγού του, του Νταή Παναγιώτη. Αυτός λογαριαζόταν το πρώτο παλικάρι (του καπταν Νικήτα ) ανάμεσα στους λίγους ψημένους και αποφασισμένους ανθρώπους της εποχής του. Αυτός κουμαντάριζε τις παράνομες κομπανίες, οργάνωνε τις μεγάλες δουλειές, ναύλωνε τα καίκια και τους καραβοκύρηδες πλασάριζε με ανθρώπους του τα κοντραμπάντα. Αυτός στο τέλος έβγαζε το μερίδιο του καθενού.
-Ήταν παλικάρι όπως σας τολέω. Είχε μια φωτιά στα μάτια , και καλοσύνη , ντομπροσύνη και περηφάνεια.Ένα βουνό, τη μια στιγμή, μια θάλασσα την άλλη. Σαν έστηνε το δυο του ποδάρια 'πα στο χώμα και άνοιγε τα χέρια του, και ας ήσουνα και θεριό, δεν μπορούσες να τον κουνήσεις απ τον τόπο του.Κάποτες , έμπαινε η θάλασσα μέσα στο βουνό φουρτούνιαζεν ο κόσμος σκοτείνιαζεν ο τόπος.
Τότες αλαργέναμε από κοντά του, σακιντούσαμε να περάσει η φουρτούνα , να κατακάτσει η μάνητα του βουνού.Σαν γαλήνευε μαζευόμαστε πάλι κοντά του όπως τα σαλιγκάρια ξετρυπώνουν στον ήλιο άμα τραβηχτεί το σύννεφο της βροχής.
Ήταν παλικάρι που δεν είχε άλλο, που δεν το βάζει ο νους σας. Είχε γίνει βραχνάς για τους Τούρκους της Μυτιλήνης, της Πόλης, της Σμύρνης, του Αιβαλιού. Τους Ρωμιούς- λέει ο μπαρμπ' Αχιλλέας- δεν τους έβλαψε ποτές, δεν δυνάστεψε κανέναν. Όποτε έλαχε τους βοήθησε, και τους προστάτεψε.
Ήταν ένας άντρας, απ τα μικράτα του...''


Το βιβλίο Νταή Παναγιώτης  του Κλεάνθη Παλαιολόγου,έπεσε πρώτη φορά στα χέρια μου σε μικρή ηλικία.
Πρέπει να ήμουν το πολύ έκτη δημοτικού.
Το διάβασα με λαχτάρα, σαν να διάβαζα τη βιογραφία του ντόπιου Ηρακλή.
 Με τους άθλους και τα κατορθώματα του.
 Τουρκοκρατία, πειρατές, καίκια, παρανομία, έρωτας, αγάπη, πόνος, μάχες ,νίκη, δύναμη , τραγούδι, όλα αυτά μαζί έδωσαν στο πρόσωπο του Νταή μυθική υπόσταση.
Το βιβλίο αυτό τότε πέρασε απ τα χέρια όλων μας, τα δικά μου, της γιαγιάς, του αδερφού, της μάνας, του πατέρα.
Και ίσως γι αυτό είναι τόσο σημαντικό βιβλίο για μένα.
Γιατί είναι το μοναδικό  βιβλίο που είχα μοιραστεί με τους πιο κοντινούς μου ανθρώπους.
Φέτος το Νοέμβρη εμφανίστηκε μπροστά μου ξανά.
Σ ένα φιλανθρωπικό παζάρι που διοργανώθηκε στη δουλειά.
Και ήξερα οτι ήταν εκεί για να το αποκτήσω εγώ.
Να ταξιδέψω ξανά σε παραμύθια και ιστορία, μύθους και πραγματικότητα, σε στεριά και θάλασσα, ναδιαβάσω σαν παραμύθι αποσπάσματα στον μικρό μου Ήλιο την ώρα του ύπνου, να το επιστρέψω στο αδέρφι μου το καλοκαίρι, να αφηγηθώ σελίδες του στους αγαπημένους μου...
Και μετά να μείνει στη βιβλιοθήκη φυλαγμένο καλά,  μέχρι να μπορεί να το  διαβάσει ο δικός μου ''Νταής Παναγιώτης'' σε λίγα χρόνια...

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Άξτους Παράξτους

Τελευταία μέρα τ΄ Ιούλη
Φέτος- μετά από χρόνια- στο χωριό
Στουν Άξτου...


Τη νύχτα που καίγονται τα Μαγιάτικά στεφάνια.
Καταμεσής του μαχαλά μας.
Καταμεσής τ αλανιού μας.
Την ώρα που θα παρατήσουν οι γυναίκες την αφλουγή
Και τα παιδιά τις φωνές και το παιχνίδι
Και θα τρέξουν να φέρουν το Μαγιάτικο στεφάνι του σπιτιού.
Να το ρίξουν στη φωτιά.
Για να εξαγνιστεί κάθε κακό, και τυχόν μάγια του Μαγιού.
Και πάνω απ την αναμμένη φωτιά, θα πρέπει  να περάσει ο καθένας τρείς φορές.
Απαγγέλοντας το δίστιχο
"Άξτους Παράξτους τσι τ΄χρον΄στ΄ν Αγιάσου."
Ή κρατώντας μια πέτρα βαριά
"Σα π βαρεί η πέτρα να βαρεί το πορτοφόλ'"



Και ν αναβιώσει γι ακόμα μια χρονιά το έθιμο του Άξτου στο χωριό.




Το έθιμο της φωτιάς σ άλλα μέρη της Ελλάδας, και του νησιού γίνεται
 παραμονή τ Αγιαννιού, στις 23 του μήνα Ιούνη.
Μαζί με το θερινό ηλιοστάσιο.
Εμείς αργούμε ένα μήνα...

Και ήταν η οδός Αριστοτέλους που με ταξίδεψε στο περασμένο καλοκαίρι,
σ εκείνη τη νυχτιά με τις φωτιές και τα γενέθλια.



φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους/ τ' Αϊ-Γιάννη θα 'τανε θαρρώ
  


Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Ύψη βάθους...





Χρόνια πριν,καλοκαίρια στο νησί.
Στην Πεδή μας.
Με την Κατερίνα ή τον Γιώργο.
Μετράγαμε αποστάσεις και ύψος.



Ύψος της θάλασσας.



Ξεμακραίναμε απ την ρηχή της αγκαλιά.



Στα βαθιά, στα άπατα.



Εκεί που ο ήχος μακραίνει, βαθαίνει.
Εκεί που οι φωνές βυθίζονται στο μυστήριο της μάνας-θάλασσας.
Και βούταγε ο Γιώργος να μετρήσει βάθος.



Τρία μπόγια ανθρώπου ή και παραπάνω -δεν άντεχε και έβγαινε.
Και τα κορμιά μας ξάπλωναν στην επιφάνεια πλήρως αφημένα στο χάδι της, πλήρως ξεβγαλμένα από έννοιες και σκοτούρες. – Τις τότε.
Σάββατο πριν μερικές μέρες στο Χάρακα.



Σε μια άλλη αγκάλη στο Σούνιο , που (τυχαίο;) μου θυμίζει την Πεδή μου.





Στη σκιά ενός άλλου νησιού, του Πάτροκλου.
Άφησα φωνές και γέλια παιδικά,άφησα κάστρα να χτίζονται στην άμμο και βούτηξα.
Μάκρυνα μέχρι τα όρια που και στη θάλασσα ακόμα έβαλε ο άνθρωπος.



Μέχρι τις σημαδούρες.
Και αφέθηκα.
Βουτιές και έννοιες.
Η πρώτη ήταν του άγχους για το τι θα φέρει ο χειμώνας που έρχεται.
Ξεπλύθηκε.
Η δεύτερη για τους γύρω μου ,τους κοντινούς ή μακρινούς που έμειναν χωρίς δουλειά.
-2.000.000 χωρίς δουλειά.
Η επόμενη για όλες εκείνες τις ταμπέλες στα μαγαζιά που κλείνουν μέρα τη



μέρα.



- Ενοικιάζεται…
Επόμενη για τα λεφτά που ποτέ δεν φτάνουν…
-23% τα τρόφιμα.
Μετά για τα όνειρα που μου, σου , μας στερούν καθημερινά.
Ύστερα για τα δικαιώματα που αφήνουμε να μας στερούν κάθε μέρα.
Σταγόνες αίμα στο βυθό.



-Εκείνου που χύθηκε κάποτε για να αποκτηθούν.
…. Πολλές βουτιές…
Και η τελευταία για το καζάνι που βράζει.
Ξανά και ξανά….
Το καζάνι να βράζει….
Και ο δρόμος της επιστροφής στη στεριά.
Το καζάνι να βράζει ακόμα…
Και τα κάστρα έξω στην άμμο μισογκρεμισμένα απ το ποδαράκι ενός μικρού παιδιού.
Που θαρρείς και κατάλαβε το καζάνι μέσα μου, να βράζει ακόμα,



και χύθηκε στην αγκαλιά της μάνας του.
Όπως πρίνλίγο είχα αφεθείκαι γω στην αγκαλιά της άλλης μάνας μου,



της θάλασσας.
Χρόνια είχα να της αφεθώ.
Μα οι σκοτούρες – οι τώρα – πληθαίνουν.
Για σένα,για μένα για όλους μας….



Καλησπέρα.



Ραντεβού στο νησί...

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Μάνα...


Ένα εξάμηνο χωρίς τα μάτια της.
Τα όμορφα, βαθιά της μάτια, καρφωμένα πάνω μου.Πάνω μας.Με εκείνες τις δυό ρυτίδες της έννοιας ανάμεσα.Η μια δική μου.
Το πιο μακρύ διάστημα στη σχέση μας.
Το πιο περίεργο.Σαν τούτη την 30χρονη σχέση μας.
Εξάρτηση,λατρεία,όνειρα,ελπίδες,απογοητεύσεις,φροντίδα,τρυφεράδα,λόγια,αγάπη.
Ένα εξάμηνο χωρίς τα λευκά μακρυά της δάχτυλα.Πάνω μου,πάνω μας,στοργικά και κουρασμένα.
Η μάνα έρχεται την Κυριακή.
Και αν είναι έλλειψη, δεν ξέρω πόση είναι.
Αν είναι ανυπομονησία, ο χρόνος δεν φεύγει.
Αν ήταν σιωπή, δεν θέλω να την ξανανιώσω.
Αν είναι ανάγκη, είναι η πιο δυνατή.
Αυτή της μάνας με την κόρη.
Μαζί μ όλα τούτα που περιμένει από μένα,από εμάς...
Δεν ξέρω τί μ έπιασε σήμερα.
Ίσως επειδή όποτε τα μάτια κλείνουν ,η ψυχή δεν έχει χώρο να πιαστεί.
Ο Μάης έφτασε νωρίτερα φέτος.
Και οι λέξεις που χω φυλάξει να της πώ,η αγάπη που χω φυλάξει να της δείξω,η ζωή που προλαβαίνει και βλέπει αποσπασματικά θα χαθούν την Κυριακή το πρωί,μόλις την δω.
Θα κάνουν τη δουλειά τους τα μάτια.
Και αν μια ματιά μπορεί να ζωγραφίσει, μισό χρόνο ζωής,είναι η μοίρα των ανθρώπων που αφήνουν πίσω τους ανθρώπους....
Μαζί μ όλα τούτα που της χρωστάω....


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Σήκω κυρά 'μ να στολιστείς


Το σπίτι στην εντέλεια κάθε τέτοια νύχτα...Στολισμένο και καθαρό.
Πάνω στο τραπέζι ο ασημένιος δίσκος ,με το πλεκτό πετσετάκι μέσα, και τα καθαρά ποτήρια.
Η φοντανιέρα με τα σοκολατάκια δίπλα,και μια ακόμα με μανταρίνια καθαρισμένα.
Όλα σε ετοιμότητα πριν πέσει η μάνα για ύπνο.
Παραμονή των Φώτων.
Και ανδροπαρέες ξεχυμένες στο χωριό εκεί γύρω στις δώδεκα,ίσως και παραπάνω.
Τα Κάλαντα των Φώτων.
Και άρχιζαν οι πρώτες φωνές να ζυγώνουν τραγουδώντας στην Αλάνα.
Βραχνές,φάλτσες,καλίφωνες,αταίριαστες....


Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας

Χριστού τη θεία βάπτιση να πώ στ’ αρχοντικό σας


Άρχιζαν οι πρώτες μαντεψιές.
Είναι εκείνος,είναι ο άλλος...
Ώσπου να φτάσουν στην πόρτα,τραγουδώντας και χτυπώντας.


Αύριο είναι των Φωτών που αγιάζει ο κόσμος όλος

Και οι παπάδες περπατούν με το σταυρό στο χέρι

Και μες τα σπίτια μπαίνουνε και λεν τον Ιορδάνη

Βοήθεια να ‘χουμε τον Χριστόν τον Άγιο Ιωάννη


Ο πατέρας αγουροξυπνημένος,κατέβαινε και άνοιγε.
Ήχος πιο δυνατός,και μεις στο κεφαλόσκαλο να δούμε ποια παρέα ήταν.
Να επιβεβαιώσουμε ποιά παρέα ήταν.


Στη Γαλιλαία ήτανε κι ήρθε να μαρτυρήσει

Πως ο Χριστός βαπτίζεται σ’ Ανατολή και Δύση

Σαν φωτιστούνε τα βουνά κι οι θάλασσες βουλιάξουν

Θα αρμενίζουν με χαρά και το θεό δοξάζουν


Να γελάσουμε με τα μεθυσμένα καλαμπούρια και τις ήδη βραχνιασμένες φωνές.
Με τα κεράσματα και τις ευχές

Σήκω κυρα μ’ να στολιστείς να πας ταχιά στα Φώτα

Που θα βαπτίζουν το Χριστό κι είναι μεγάλη η δόξα

Φέρτε πανέρια κάστανα πανέρια πορτακάλια

Αν έχεις και γλυκό κρασί κέρνα τα παληκάρια

Να πιουν να ξεβραχνιάσουνε να τραγουδούν καθάρια


Και μετά πάλι πίσω στα κρέβάτια μας.
Μέχρι τις τρείς περίπου το πρωί.
Μελωδίες και τραγούδια.
Πού και που καμια καντάδα ξώφαλτση κάτω από ανοιχτά παράθυρα.
Και γέλια.
Πώς τη ζήλευα αυτή τη νύχτα πάντα..και τις ανδροπαρέες όλες...
Τα πιο όμορφα κάλαντα,και η πιο όμορφη νυχτιά των γιορτών στο χωριό.
Τη νύχτα που τα τραγούδια και οι φωνές θα διώξουν τα καλικαντζαράκια κάτω απ τη γη.
Ξανά να ροκανίζουν το δέντρο της ζωής...

"Των Θεοφανείων όμως... «Φέγατε, να φεύγουμε, τι έφτασ’ ο τουρλόπαπας με την αγιαστήρα του, ο παπάς με αγιασμό, χωριανοί με το θερμό.»

Κι έτσι γυρίζουν κακήν κακώς στον κάτω κόσμο.

Αλλά εκεί -ωχ! συμφορά τους!-.

Το δέντρο της γης έχει θρέψει κι άντε πάλι την πριόνα απ’ την αρχή.

Και άιντε πάλι οι μαύροι...

Κόβε πριονάκι μου κι η ώρα πλησιάζει.

Χριστούγεννα ζυγώνουνε... το αίμα μας και βράζει!"

(Απ την αγέλαστη πολιτεία των Κατσιμιχαίων)



Δυστυχώς τα κάλαντα δεν τα βρήκα σε μουσικό κομμάτι...

Μόνο τους στίχους θυμόμουν.

Πάντως πραγματικά είναι τα πιο όμορφα κάλαντα..



Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας

Χριστού τη θεία βάπτιση να πώ στ’ αρχοντικό σας

Αύριο είναι των Φωτών που αγιάζει ο κόσμος όλος

Και οι παπάδες περπατούν με το σταυρό στο χέρι

Και μες τα σπίτια μπαίνουνε και λεν τον Ιορδάνη

Βοήθεια να ‘χουμε τον Χριστόν τον Άγιο Ιωάννη

Στη Γαλιλαία ήτανε κι ήρθε να μαρτυρήσει

Πως ο Χριστός βαπτίζεται σ’ Ανατολή και Δύση

Σαν φωτιστούνε τα βουνά κι οι θάλασσες βουλιάξουν

Θα αρμενίζουν με χαρά και το θεό δοξάζουν

Σήκω κυρα μ’ να στολιστείς να πας ταχιά στα Φώτα

Που θα βαπτίζουν το Χριστό κι είναι μεγάλη η δόξα

Φέρτε πανέρια κάστανα πανέρια πορτακάλια

Αν έχεις και γλυκό κρασί κέρνα τα παληκάρια

Να πιουν να ξεβραχνιάσουνε να τραγουδούν καθάρια

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Γιαρντούμ


Πρωί πρωί ήθελε να μας σηκώσει η μάνα...
Απουστόλλ,Δήμητρα¨"σκουνόστι".....
Βιαστικά ένα τσάι με λαδοτύρι και παξιμάδι,γερό ντύσιμο,τα καλάθια,τις "ντέμπλες" και τον τορβά στο άλογο και δρόμο για το χωράφι.
Οι ελιές περίμεναν για μάζεμα.
Παλιότερα όταν ζούσαν οι γιαγιαδες ολόκληρος "νταιφάς" πηγαίναμε.Όπως και όλο το χωριό τέτοια εποχή.
Καλημέρα και καλή δύναμη η ευχή στη γειτονιά.
Κοντεύετε;Η αμέσως επόμενη ερώτηση.
Φέτος "μαξούλ" δεν έχει το χωριό.Άλλες χρονιές τα δέντρα "βλούσαν απί λιες".
Ο δρόμος για το χωράφι,ειδικά αν ύπήρχε απόσταση να διανύσεις με τα πόδια ήταν η όλη μαγεία.
Εκτός απ την μαγεία του πρωινού τοπίου.
Εκτός απ την πάχνη στα πόδια ανάμεσα στα χορτάρια.
Κάθε χωράφι και σκυμμένα κεφάλια.
Συνήθως με μαντήλια ή σκούφους.
Πάντα με την καλημέρα στο στόμα.
Χωρίς να σηκωθεί το κεφάλι.
Σπίτια γιομάτα τα χωράφια κάθε τέτοια εποχή.
Το χρώμα ασημοπράσινο.
Και η μουσική υπόκρουση το ρυθμικό χτύπημα της τέμπλας στο δέντρο.
Δυνατά για να πέσουν οι ελιές ,αλλά με τρόπο για να μην πληγωθεί το δέντρο.
Και με τα πολλά φτάναμε στο χωράφι.
Η πρώτη δουλειά να βρεθεί η ελιά που θ αφήναμε τα πράγματα.
Η ελιά που θα γινόταν η τραπεζαρία μας εκεί κατά το μεσημέρι.
Μετά ο καθένας στη θέση του.Οι άντρες συνήθως στο δέντρο για ράβδισμα.
Και οι γυναίκες είτε στα πανιά είτε για μάζεμα.
Ανάλογα την ελιά.Αν ήταν φορτωμένη θα έμπαινε πανί.

Τακτοποιημένο και τεντωμένο.Να καλύπτει την περιφέρεια της ελιάς και πλακωμένο με πέτρες για τον αέρα.
Και εκεί άρχιζε το μάζεμα.Ή αλλιώς διαγωνισμός.
Μια ολόκληρη ιεροτελεστία από μόνη της.Όχι γόνατα στο έδαφος,φώναζε η μάνα.
"Άει βρι κουπιλούδα σήκου πια να μαζέψουμι καμια λια"...
Σαν αέρας φεύγουν τα χέρια της πάντα...και τα δυο.Απόλυτα συγχρονισμένα με τα πόδια της.Εγώ στο μισό καλάθι και κείνη στο ολόκληρο.Και εκεί που άρχιζε η βαρεμάρα και το μάζεμα με το ένα χέρι σποραδικά και βαρεμένα,αποφάσιζα να πάω να καθαρίσω το πανί.
Δεν ήταν τόσο η βαρεμάρα μου όσο η νωχέλεια μου.Προτιμούσα να χαζολογάω στην ομορφιά του τοπίου ή να αφήνω το νου να τρέχει..
Το πανί ήταν αλλιώς.Μάζευα τις ελιές στη μέση του πανιού,αφαιρούσα τα μεγάλα κλαδιά καθαρίζοντας τα από τον καρπό,και μετά άρχιζε το μεγάλο πανήγύρι.Ξάπλωνα κυριολεκτικά στο πανί και άρχιζα με την ησυχία μου ν αφαιρώ τα φύλλα.Όσο η μάνα ωρυόταν.....
Εκεί σηκωνόμουν και έπαιρνα το κόσκινο.Αυτό ήταν το τέλος του ραχατιού μου.
Εντωμεταξύ είχε ήδη ανάψει τη φωτιά κάποιος που να ξέρει ,για το μαγείρεμα ή το ζέσταμα του φαγητού.Το μαγείρεμα γινόταν σε τσουκάλι,πήλινο δηλαδή κατσαρολάκι,και η σπεσιαλιτέ του λιομαζώματος ήταν συνήθως η άσπρη φασολάδα.Να σιγοβράζει στη φωτιά απ το πρωί,και όταν κόντευε να γίνει ,δίπλα της μερικά λουκάνικα.Σε ξύλινα σουβλιά από ελιά,μυτερά,ξεφλουδισμένα με το σουγια του αδερφού.
(Μόλις μοσχοβόλησε το χωράφι)
Και έφτανε η ώρα του μεσημεριανού....
Στρωμένο καρώ συνήθως κόκκινο τραπεζομαντηλάκι στο πάτωμα,τα πηρούνια,δυο ποτήρια το πολύ,ένα μπετονάκι νερό,και στη μέση το τσουκάλι,και τα λουκάνικα.Όλοι απ την ίδια κατσαρόλα.Όλοι δίπλα στην ίδια φωτιά.
Από εκεί και πέρα οι δυνάμεις άρχιζαν να παίρνουν την κάτω βόλτα.
-0ι δικές μου...
Τις Κυριακές η ιεροτελεστία συμπεριλάμβανε μετά το φαί το ράδιο.Δίπλα στον πατέρα.
Αθλητική Κυριακή και οι αγώνες του Θρύλου.Τα παράσιτα δεν έπαιζαν κανέναν ρόλο.Όσα και να ταν.Ακόμα και αν το μόνο που ακούγονταν ήταν ένα συνεχές παράσιτο.Το άγχος για τον Θρύλο παραμέριζε τα πάντα....
Και φτάσαμε γύρω στις τέσσερις... μαζί με τη λύτρωση...
Το πανηγύρι τέλειωνε.Η αναμέτρηση με το μάζωμα της μάνας αιωνίως χαμένη μ έβγαζε.Σχεδόν τα μισά τσουβάλια.
Και ξεκινούσε το φόρτωμα των τσουβαλιών στο άλογο.Και η καλύτερη στιγμή της μέρας.Τα καντμέρια που θα κοβα απ το χωράφι..


Και η επίσκεψη στο ελαιοτριβείο του Αγροτικού Συνεταιρισμού.Για να αφήσουμε τα τσουβάλια με τις ελιές.


Κάθε παραγωγός σε συγκεκριμένο χώρο.Μέχρι να μαζευτούν αρκετά για άλεσμα.Και το καθιερωμένο κέρασμα καπερού ψωμιού με μόλις αλεσμένο λάδι.Το χρυσαφένιο λάδι του νησιού.Μοναδικό,και ευλογημένο..Απ τον ιδρώτα των ανθρώπων του τόπου μας.




Λοιπόν;; Ποιός θα ρθει για "γιαρντουμτζής";;;








Νταιφάδες=σόι,οικογένεια,φυλή.Συγκεκριμένα το τσούρμο των ανθρώπων που πήγαιναν για μάζωμα
Σκουνόστι=σηκωθείτε
Ντέμπλες=μεγάλα ραβδιά για το ράβδισμα της ελιάς
Μαξούλ=Σοδειά,συγκομιδή,παραγωγή
Βλούσαν απί λιες=Βούλιαζαν από ελιές
Άει βρι κουπιλούδα σήκου πια να μαζέψουμι καμια λια=Άντε βρε κορίτσι μου σήκω να μαζέψουμε καμιά ελιά
Κατμέρια=Κρόκοι αυτοφυείς
Γιαρντουμτζής=Φιλοξενούμενος,άνθρωπος που ήρθε να βοηθήσει.

Πού πήγε;;