Χτες παρακολούθησα ένα σεμινάριο που διοργάνωσε η δασκάλα του μικρού ,
σχετικά με τη διαχείριση του θυμού μας.
Ένα ενδιαφέρον σεμινάριο,
που εξελίχτηκε σε όμορφη κουβέντα με τους υπόλοιπους γονείς.
Ένα απ τα καθηλωτικά ήταν το παραπάνω βίντεο.
Έτσι, γιατί καλώς η κακώς σχεδον ποτέ τα πραγματα δν εχουν την εικόνα που δείχνουν να έχουν κ επειδή σχεδόν πάντα το μέσα μας, το λαξευμένο στην παιδική μας ηλικία είναι αυτό που μας σκιαγραφεί.
Βαριά, δυνατή, διαφορετική, ανεξάρτητη, γεμάτη τραγούδι και πόνο.
Ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη
Με τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου.
"Το αδέσποτο τραγούδι των παρανόμων των περιπλανώμενων των εξεγερμένων των περιθωριακών Ελλήνων"
Ψηφίστηκε το 2000 σαν η καλύτερη ελληνική ταινία στο imdb όπου βαθμολογείται με 7,6.
Το αγαπώ για όλες τις θύμησες που μου φέρνει στο νου, απ την πρώτη φορά που το είδα μέχρι την κάθε φορά που κάθομαι να το ξαναδώ.
Ήρθε στο νου μου την περασμένη κουβέντα μέσα από μια κουβέντα για το ρεμπέτικο τραγούδι, την φιλοσοφία των ρεμπετών και το πόσο συνυφασμένο με την ιστορία της Ελλάδας είναι.
Ιστορία συναίσθημα και τραγούδι.
Με πιο πολύ αγάπη σ αυτό το τραγούδι.
Καίγομαι - Σωτηρία Λεονάρδου
Όταν γεννιέται ο άνθρωπος
ένας καημός γεννιέται
όταν φουντώνει ο πόλεμος
το αίμα δε μετριέται
Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά
Ορκίστηκα στα μάτια σου
που τα χα σαν βαγγέλιο
τη μαχαιριά που μου δωκες
να σου την κάμω γέλιο
Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά
Μα συ βαθιά στην κόλαση
την αλυσίδα σπάσε
κι αν με τραβήξεις δίπλα σου
ευλογημένος να σαι
Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά
Χτες βράδυ και ενώ είχε μπει πρόγραμμα για τον Μεγάλο Γκάτσμπυ σε θερινό,
εκεί κατά τις 10 έκλεισαν τα φώτα.
Διακοπή ρεύματος.
Κάηκε ένας μετασχηματιστής,
μάθαμε αργότερα και βυθίστηκαν όλα τα Μεσόγεια στις σκέψεις και την Αστροφεγγιά.
Φώτισε ο ουρανός.
Πλημμύρα τ αστέρια.
Ξεχύθηκαν στους δρόμους
Μαζί και οι άνθρωποι που είχαν βγει βόλτα στο φως τους
Ήρεμα, χαμηλόφωνα και απλά.
Κάπου πιο εκεί μια συναυλία.
Στο τέλος της, αλλά ίσα που πρόλαβα ν ακούσωδυο τρία τραγούδια.
Δυο τρία ταξίδια.
Και λίγο μετά πριν έρθει το φως,
Ο ήχος των κυμάτων και
Η συντροφιά της θάλασσας.
Το τραγούδι
Φεγγάρι μάγια μου κανες
Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες και περπατώ στα ξένα είναι το σπίτι ορφανό αβάσταχτο το δειλινό και τα βουνά κλαμένα Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή
Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί ένα χελιδονάκι, να πάει να χτίσει τη φωλιά στου κήπου την κορομηλιά δίπλα στο μπαλκονάκι, στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή
Να πάει στη μάνα υπομονή δεμένη στο μαντίλι προικιά στην αδερφούλα μου και στη γειτονοπούλα μου γλυκό φιλί στα χείλη
Βρέθηκε στα χέρια μου σήμερα ένα φυλλαράκι από απήγανο (μάλλον).
Εκείνο το φυτό που φυτρώνει στην ακροθαλασσιά και στις γύρω παραθαλάσσιες περιοχές
Και κάνει όλο τον τόπο να μυρίζει καλοκαίρι.
Να μυρίζει νησί.
Μ ένα κλαράκι.
Έκλεισα τα μάτια σφιχτά, το έφερα στη μύτη μου απαλά και έφτασα στο νησί.
Μνήμη ταξίδι βουτιά.
Μυρωδιά , η αγαπημένη μου αίσθηση, η πιο κοντινή στη μνήμη.
Η μόνη που μπορεί να με πετάξει στο νησί επιτόπου.
Στο νησί και στην παιδική μου ηλικία.
Εικόνες.
Μεσημέρι στο χωριό.
Στις 4 τ απόγευμα, με το λεωφορείο της γραμμής.
Ήλιος πολύς.
Η μάνα, εγώ απ το ένα της χέρι, ο αδερφός απ το άλλο.
Γύρω στα 6-7.
Ένα ψάθινο καπέλο η μάνα, ένα άσπρο ψαθάκι εγώ, ο αδερφός δεν θυμάμαι.
Η σαγιονάρα στραβοπατημένη να σέρνεται πίσω απ το πόδι .
Μια τσάντα θαλάσσης ριγέ περασμένη στον ώμο της.
Μέσα στην τσάντα μια ψάθα, μια πετσέτα άσπρη με κιτρινοκαφέ στάμπες και το ταπεράκι με τους κεφτέδες.
Πεδή, μετά από κανα δεκάλεπτο.
Ήλιος , ντάλα και τα τζιτζίκια να σου παίρνουν τα μυαλά.
Στο εξοχικό του θείου.
Καγκελόπορτα, δεμένη με σχοινί.
Άνοιγμα και ο ένας πίσω απ τον άλλον στη σειρά στο μονοπάτάκι ανάμεσα στα χόρτα, τα κίτρινα στάχυα και το καλοκαίρι.
Στο δρόμο για τη θάλασσα.
Και περνώντας απ τα χόρτα οι παλάμες ανοιχτές να αγγίζουν τη φύση, και να ξεσηκώνουν τις μυρωδιές των χορταριών, των θάμνων και του καλοκαιριού.
Να ανεβαίνουν οι μυρωδιές να σου τρυπάνε τη μύτη, να σου παίρνουν την ψυχή και να σου φουσκώνουν το βλέμμα.
Να χαράσσουν μέσα σου μαλάματα , να τα σφραγίζουν για να μπορείς να βουτάς μέσα τους 30 χρόνια μετά.Μ ένα κλαράκι.
Πέταξα σήμερα το πρωί.
Ανέβηκα στις φτερούγες ενός όμορφου γλάρου και περνώντας ανάμεσα στο λευκό και στο γαλάζιο, έφτασα στον παράδεισο, με τον δικό μου ορισμό, τις δικές μου λέξεις, ματιές, συναίσθημα, μνήμη,
μυρωδιές.
Στο καλοκαίρι μου.
Ευχαριστώ...
Και επειδή την αγαπώ πολύ και ας είναι διαφήμιση
Το καλοκαίρι γύρισε σήμερα το πρωί στην αγκαλιά μου...