Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαγιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Ψίθυροι στο κύμα

Μεγάλη χαρά σήμερα και φόρτιση.
 Ειδικά όταν μπήκα και το είδα εκτυπωμένο, σε στίβες...
Ψίθυροι στο κύμα, εκδόσεις Αγγελάκη.
Εύχομαι οι σελίδες του να γίνουν καράβι, να σας ταξιδέψουν...
Κυκλοφόρησε!

 Παιδικά χρόνια, φτωχικά και τραυματικά. Το σχολειό, η δουλειά, ο έρωτας, η χαρά και η απώλεια στη δίνη του πολέμου, της Κατοχής και του εμφύλιου σπαραγμού. Κι έπειτα ο γάμος, τα παιδιά, τα εγγόνια και πάλι η απώλεια... Μνήμες που τρέχουν... και η Δωρούλα απέναντι στη θάλασσα να αφηγείται το Παραμύθι της ζωής της. Ψίθυροι στο κύμα... μήπως καταφέρει το θαλασσινό νερό ν' απαλύνει τις πληγές της.
" Γιατί τελικά, πιο δυνατή από το θάνατο, είναι η ίδια η ζωή. Είναι ο ερχομός μιας νέας ζωής. Όχι πως σβήνονται τα προηγούμενα, ούτε σταματάς να τα σέρνεις μαζί σου ποτέ, μα να, νιώθεις πως γεμίζουν τα πνευμόνια σου δύναμη και τούτο το βάρος που σέρνεις σου φαίνεται καθημερινό και μπορείς να σηκώσεις κι άλλο, μπορείς πια να αλλάξεις σελίδα"

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Παρακαμούδα



Τ απογεύματα του καλοκαιριού , όταν οι δουλειές του σπιτιού θα χαν τελειώσει ,το μεσημέριανο τραπέζι θα χε μαζευτεί, τα πιάτα θα ήταν στα ντουλάπια καθαρά και οι άντρες θα είχαν κινήσει για τη δεύτερη βάρδια της ημέρας η τον καφενέ, οι γυναίκες θα ριχναν μια τελευταία μάτια στην ακρατοσύνη του σπιτιού και θα 'βγαιναν έξω στα σκαλιά , μια μια μέχρι να ολοκληρώσει την απαρτία της η γειτονιά.

Στ παρακαμούδα.
Μαζί τους η καθεμία θα κουβαλούσε σα μικρό παιδί ένα εργοχειρο. Σε λίγη ώρα θα 'βλεπες στη σειρά παραταγμενα σκυμμενα γυναικεία κεφάλια. 
Οι μανάδες με τα δύσκολα κεντήματα.


Κοφτά, φουσκωτά, πεταχτές, πλακέ, λευκαδίτικα, ροδιτικα, σταμπωτα τα περισσότερα απ τις ίδιες, με καρμπόν πατιτουρα απ το αρχικό σχέδιο που ξεσηκωναν από περιοδικα. Οι γιαγιάδες, ένεκα περιορισμένης όρασης, μ ένα πλεκτό με νήμα , που το χαν μάθει τυφλοσουρτι. Στην αρχή ελυναν τα τσεμπερια απ το κεφάλι. Μετα άφηναν το χέρι  να φεύγει μόνο του,  μαζί με τα σχόλια, για την ημέρα που πέρασε, για τη ζέστη, για τις έννοιες. Το μικρό δαχτυλάκι τους όρθιο, σαν φυσικό στήριγμα στο νήμα. Και στο πλάι το κουβάρι όμορφα παραταγμενο σε μικρά πανερια που στο τέλος αποθεταν τα γυαλιά και το πλεκτό.


Και στην άκρη της σκάλας, για να ξεφεύγουμε πιο εύκολα, εμείς οι μικρές.
 Ξεκιναγαμε όλες με τα χοντρά μαξιλαρακια που γινόταν και κάδρα με μάλλινες κλωστές.

Μέχρι να μάθω την σταυροβελονια δύο τέτοια τελείωσα. 
Μια Χιονάτη και μια κοκκινοσκουφίτσα. 
Το επόμενο στάδιο ήταν οι μουλινεδες. 
Μικρά μαξιλαρακια για αρχή έτοιμα σταμπωτα, μετα ασορτί σεμαιδακια, καρεδακια και τραπεζομαντηλα.
 Ένα τέτοιο τραπεζομαντηλο μισοτελειωμενο περιμένει στο βάθος της ντουλάπας μου, μόνο και μόνο για ακούω την μάνα να γκρινιάζει.
 Τελείωσε το η φερ'το να το τελειώνω... 
Μόνο και μόνο να μου θυμίζει εκείνα τα απογεύματα.
Μέσα απ τις κλωστές του κάθε εργοχειρου, έβλεπες τα χρονια να περνούν.
 Ξεκιναγαμε εμείς η νέα γενιά με λογιω λογιω χρωματα μουλινεδες. Στη σειρά μέσα στα κουτάκια "Πεταλούδα" μαζί με ένα ψαλιδακι μικρό και μια δαχτυλιθρα. Στο καπάκι του κουτιού αχνογραμμενοι οι αριθμοί των μουλινεδων, προς αποφυγή αντιαισθητικων διχρωμιων... Α και το απαραίτητο ξύλινο τελάρο για να κρατάει τεντωμένο το εργοχειρο.
Οι μανάδες μας με πιο διακριτικους χρωματισμούς.
 Γκρι, μπεζ, καφέ, λάδι, χακί. Για πιο επίσημες περιστάσεις.
Και στην άκρη της Ιριδας στο μπεζ ή το λευκό οι γιαγιάδες μας. 
Θαρρείς και το πέρασμα των χρόνων έφερνε αυτή την λιτή μάτια των πραγμάτων, την απεξάρτηση της ζωής απ τα περιττά.
Το απογευματινό εργοχειρο εκτός απ το πρακτικό κομμάτι του, δλδ την προετοιμασία της προικας του σπιτιού, έκρυβε πολλά μικρά νοσταλγικά κομμάτια.
Έκρυβε τη χαλάρωση της γυναίκας του χωριού, την ξεκούραση της .
 Έκρυβε ένα είδος ενασχόλησης δημιουργικής, ένα χόμπι. 
Έκρυβε το άγχος που γλιστρούσε μαζι με κάθε βελονια. 
Έκρυβε την παρέα, το γέλιο, τα ανέκδοτα, τις στενοχώριες, τις συμβουλές, τα κουτσομπολιά,τν αφλουγή, τις ελπίδες. 
Έκρυβε ένα μικρό συναγωνισμό, για το τελικό αποτέλεσμα, το μερακι της καθεμιάς, τη γρηγοραδα της.
 Έκρυβε ανάσες το εργοχειρο, παρηγοριά, μια σταλιά ραχατιου και δύο νήματα αγάπης. 
Την αγάπη που συναντάω κάθε που ανοίγω τα συρτάρια με τα κεντήματα της μάνας. 
Την αγάπη κάθε μανας για την κόρη η το γιο. 
Την ελπίδα να φτιάξουν ένα όμορφο σπιτικό στο μέλλον. Μια όμορφα στολισμένη οικογένεια.
Η ίδια ιστορία κάθε μέρα του καλοκαιριού. 
Μέχρι που ν ακουγόταν η μελωδική καμπάνα τ Αν-Βασίλη που σήμαινε εσπερινό.
Τότε τα πόδια θα κατεβαιναν από το σταυροπόδι, οι γιαγιάδες θα βγαζαν τα γυαλιά και θα τα τοποθετούσαν όμορφα μέσα στο πανερι μαζί με το πλεκτό.
Φτου ξελευθερια και για τις μικρές. Το παιχνίδι είχε ήδη αρχίσει.
Από τότε μέχρι τώρα τα εργοχειρα έχουν λιγοστεψει, οι γειτονιές άδειασαν, τα γέλια αραιωσαν. 
Ο κόσμος κλείνεται πιο εύκολα στα σπίτια του παντού, μπροστά σε μια οθόνη. 
Αγαλιαζει η ψυχή μου κάθε που βλέπω μαζεμενη γειτονιά. Και ας μην είναι το κέντημα πλέον το θέμα. 
Είναι η παρέα το ζητούμενο.
Η παρακαμούδα.
Γιατί πλέον τα έθιμα απλοποιηθηκαν, μαζί με τις ανάγκες του νοικοκυριού. Τα έπιπλα άλλαξαν , σπάνια στολιζονται τα σεμαιδακια. 
Μα, κάθε που μπαίνω σε σπίτι στολισμένο με εργοχειρα, οσμιζομαι σπίτι φτιαγμένο με αγάπη, με έννοια, σκυμμενα γυναικεία κεφάλια σε παράταξη, και πολλά πολλά αληθινά γέλια και πειράγματα.

Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία μια θεια της γιαγιά μου
με το τσεμπέρι και τ αδράχτ' να κλώθ' το νήμα.
Γι αυτή θα τα πούμε σ άλλο ποστ...

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Θειάδες...






Mεγάλωσα με πολλές γυναίκες γύρω μου.
Στα γύρω σπίτια, στις γύρω γειτονιές ,στους γύρω κύκλους,
 που έφτιαχναν τα παιδιά μικρά,για να περιλάβουν ανθρώπους.
Μην τυχόν και τους φύγουν.
Γυναίκες ,ψηλές,κοντές,γεμάτες,αδύνατες.
Γυναίκες με μαύρα.
Ποτέ δεν τους έσκιασε το μαύρο.
Ρούχα είναι έλεγαν ,απαξιωτικά,και έκρυβαν καλά τους καημούς τους.
Θειάδες τις λέγαμε όλες.
Ούτε γιαγιάδες ούτε κυρίες.
Στο χωριό δεν υπήρχε πληθυντικός σεβασμού.
Μόνο σεβασμός του πλήθους.
Του ανθρώπου,της γυναίκας.
Των γυναικών με μαύρα.
Πλέον στο μυαλό μου απέκτησαν μια ατόφια ενιαία μορφή.
Τότε η καθεμιά είχε τη δική της.
Μορφή,ρυτίδες,μάτια,έκφραση,κούραση,πόνος,γέλιο.
Και μια σκιά μπροστά στα μάτια τους.
Τη σκιά της ζωής και της έννοιας.
Οι θειάδες στο χωριό δεν μεγάλωσαν ποτέ.
Ούτε γέρασαν.
Μέχρι την τελευταια τους στιγμή ακολουθούσαν τη γη.
Τα χωράφια,τα σπίτια,τα ζώα ,τα παιδιά,τους άντρες.
Πλέον στο μυαλό μου, τις βλέπω μπροστά απ όλα αυτά.
Να ηγούνται .
Να σηκώνονται αυγή για να μαγειρέψουν.
Να τραβάνε τ άλογα για τα χωράφια.
Να ακολουθούνται από κοπάδια.
Να μαζεύουν ελιές .
Να πλένουν.
 Να ορμηνεύουν τα παιδιά.
Να προτείνουν στους άντρες.
Ν ακολουθούν οι έννοιες, σαν το παιδί το κρεμασμένο πίσω απ τη φούστα της μάνας.
Κάθε νυχτιά ,έδιωχναν τις έννοιες να γλυστρίσουν απ τα μαλλιά τους ,καθώς έβγαζαν τις φουρκέτες απ τον σφιχτά δεμένο κότσο τους.
Οι θειάδες στο χωριό δεν απόκτησαν ποτέ δικό τους πορτοφόλι.
Ούτε δική τους δουλειά.
Δεν έμαθαν ποτέ το εγώ.
Μόνο εμείς ήξεραν,δείχνοντας τον δρόμο σιωπηλά στους άντρες.
Οι θειάδες στο χωριό δεν έμαθαν ποτέ να νανουρίζουν.
Ούτε να λένε παραμύθια .
Ίσως δεν έμαθαν.
Ίσως δεν προλάβαιναν.
Την αγάπη, τους τη δίδαξε η γης.
Έδιναν όπως η γη .
Άκουγαν όπως η γη.
Δίδασκαν όπως η γη.
Δίψαγαν όπως η γη.
Και δεν ζήτησαν ποτέ πίσω τίποτα.

Kαι όταν μαζεύοταν τα βραδάκια του καλοκαιριού στους μαχαλάδες τις ώρες που έλειπαν οι άντρες στους καφενέδες, γελούσαν με την ψυχή τους.
Χαλάρωνε τ αχείλι τους.
Έτρεχε το γέλιο στις ψυχές τους και στ ανοιχτά στόματα των παιδιών που τις χάζευαν να μιλάνε.
Φανέρωναν μόνο λίγο απ τα πρόσωπα τους, κάτω απ τα καλά σφιγμένα τσεμπέρια τους.
Άφηναν το μέτωπο να λάμπει καθάριο στον ήλιο,να φανερώσει τις ρυτίδες του μόχθου,και του αγώνα.
Της δικαιοσύνης και της μνήμης.
Παιδιά ξενητεμένα,άντρες χαμένοι σε πολέμους,αντίσταση,αγώνες,παιδιά που έπρεπε να φάνε,αεροπλάνα που δεν γνώρισαν ποτέ,καράβια που δεν σάλπαραν μαζί τους,κόσμοι που κάποτε είδαν σε καρτ-ποστάλ.
Και πάλι κατέβαζαν τα μάτια στη γη μονολογώντας.
Οι θειάδες στο χωριό είχαν πάντα μια ανοιχτή πόρτα για τα παιδιά.
Για όλα τα παιδιά.
Και μια καραμέλα για να τα γλυκάνουν.
Λες και καλόπιαναν τα επόμενα χρόνια με γλυκά.
Όχι ,δεν είναι που τους ένοιαξε ο θάνατος.
Δεν πρόλαβαν να τον σκεφτούν,ούτε να τον φιλοσοφήσουν.
Μόνο η ζωή τους ένοιαζε..
Των παιδιών τους η ζωή-καλά τυλιγμένο καρβέλι στις λευκές κεντημένες πετσέτες τους...


Ξανά το συγκεκριμένο ποστ, γιατί είναι αγαπημένο πολύ, γιατί με φέρνει πίσω ακριβώς όπως αξίζει, ακριβώς επειδή θέλω να κλέψω λίγο απ τη δύναμη τους..
Καλησπέρα!!!

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Μάνα

 
 
 
Χρόνια πριν, εκεί γύρω στην Τρίτη Δημοτικού τέτοια μέρα είχαμε γυρίσει σ όλες τις αυλές της γειτονιάς και τις πιο γύρω με το αδέρφι μου, και είχαμε ζητήσει απ όλες τις γιαγιάδες, λουλούδια απ την αυλή τους.
Και μιας και τούτη η Κυριακή συνήθως έχει πολλά λουλούδια, είχαμε γεμίσει ένα τραπέζι λουλούδια.
Πολλά λουλούδια.
 Για τη μαμά μας, για τη γιορτή της μητέρας...
Σήμερα θυμήθηκα την σκηνή αυτή όταν ήρθε ο Παναγιώτης μου μ ένα μπουκέτο αγριολούλουδα και η Κατερίνα με μια βιολέτα η μισή μέσα στο χέρι της, η υπόλοιπη στα δοντάκια της...
Για τα Χρόνια Πόλλά
Με την αγάπη που μόνο τα παιδιά μπορούν να χαρίσουν.
Στη μαμά τους.
Χρόνια Πολλά λοιπόν και από μένα. 
Αρχικά στη δική μου,
 και μετά σ όλες τις μαμάδες του κόσμου.
Στις μαμάδες που έχουν πολλά παιδιά και μπορούν,
στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν ποτέ να γίνουν μητέρες, αλλά χαιδεύουν με τα μάτια τους όλα τα παιδιά που βλέπουν,
στις μαμάδες που προσπάθούσαν χρόνια να κάνουν παιδιά και ταλαιπωρήθηκαν πολύ με εξωσωματικές και γιατρούς,
στις μαμάδες που έζησαν ή ζουν την μεγαλύτερη δυστυχία, να χουν χάσει παιδί.
Για τις μάνες που δεν βλέπουν τα παιδιά τους, γιατί είναι μετανάστριες σε κάποια άλλη χώρα ,για να μπορέσουν να τ αναθρέψουν,
για τις μάνες που προσπαθούν καθημερινά να τα βάλουν κοντά κοντά, και ποτέ δεν φτάνουν,
που βλέπουν τα παιδιά τους να πεινάνε, να υποσιτίζονται,
για όλες τις μάνες του κόσμου, σ όλες τις γωνιές της γης,
όσο σκληρές ή γλυκές τις έχει μετατρέψει η ζωή,
όσο και αν πιστεύουν πως είναι καλές μανάδες ή όχι,
αξίζει ένα χρόνια πολλα,
 μια μικρή μαργαρίτα
 και ένα τραγούδι για ευχαριστώ.
Γιατί καλώς ή κακώς,
στο πιο βαθύ μέρος  της ψυχής μας,
 στο πιο μέσα της καρδιάς μας βρίσκεται πάντα η μάνα,
και θα είναι εκεί για πάντα....

 
 
 
 

Το γλυκό της το παιδί - Ζακ Στεφανου
Κι αν αυτή γιορτάζει και δώρο δεν της πήρα
κι αν μ’ αγαπάει κι εγώ την τυραννώ
κι αν πολλά μου δίνει και λίγα μου ζητάει εγώ

Κι αν μ’ έχει γεννήσει κι είμαι 1, 60
κι αν της φωνάζω που είμαι κοντός
κι αν καμιά φορά στο σπίτι δεν τρώω
έτσι κι αλλιώς

Ένα δώρο σε μια όμορφη γυναίκα
που χει κάνει το πιο ωραίο παιδί της χαρίζω
κι αν δακρύζω δε μ’ αρέσει
είναι πολλή
η αγάπη που χει δώσει
 
Μα το ωραίο της παιδί δε θα τη προδώσει
πριν παλαβώσει θα της πει σ’ αγαπώ
κι αυτή θα το φιλήσει και θα πει
το γλυκό μου το παιδί

Κι αν το δωμάτιο μου είναι αχούρι
κι αν καμιά φορά φέρνω κακούς βαθμούς
κι αν συνέχεια σπάω τα σπυράκια στη μούρη
αυτούς

Ν’ ακούς που έχουν μια κιθάρα
και στον κόσμο μια μαμά και την αγαπούν
κι άμα δεν μπορούν να της το πουν
της το γράφουν και της το τραγουδούν

Αυτούς που έχουν μια κιθάρα
και στον κόσμο μια μαμά και την αγαπούν
κι άμα δεν μπορούν να της το πουν
της το γράφουν σε κασέτα
στ’ αυτοκίνητο το βάζουν

Και το πρωί όταν τ’ ακούσει
πριν δουλέψει νυσταγμένη θα σκεφτεί
το γλυκό μου το παιδί
 
 
Καλημέρα , καλή Κυριακή.



Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Μεγάλη Τρίτη , Μανταμάδος




Μεγάλη βδομάδα στο χωριό.
Χτες, Μεγάλη Δευτέρα, αρχή της βδομάδας, πρωί στον Ταξιάρχη.
Γεμάτος ο ναός από πιστούς που ήρθαν από το διπλανό χωριό της Αγίας Παρασκευής με τα πόδια
για να τραγουδήσουν το τραγούδι της Παναγιάς στον ναό.
Είπα  και γω να μεταλάβω τα μικρά.
Και κυνηγώντας δυό πιτσιρίκια στην αυλή της εκκλησίας μέχρι να ρθει η ώρα της μετάληψης,
ανάμεσα σε γκρίνια, κλάμα και κυνηγητό,
είδα εικόνες και θυμήθηκα ιστορίες.

Ο πλάτανος στην πίσω αυλή του ναού.
"Η γιαγιά Δήμητρα μίλαγε συχνά για την κόρη του Ταξιάρχη.
Ένα βρέφος που άφησαν κάποτε στην πόρτα του Ταξιάρχη,  μεγάλωσε από έναν καλόγερο μέσα στο ναό.
 Έζησε εκεί.
Έφτιαχνε φυλαχτά και έδινε στον κόσμο.
Και αγιολούλουδα.
Η μορφή της γαλήνια, ήμερη σαν κόρη του Ταξιάρχη.
Περιστοιχισμένη από πολλές γάτες που είχε εκεί, και την αγιοσύνη της.
Στο χωριό την έλεγαν Αναστασέλ'. Αναστασία κατά κόσμο.
Τα βράδυα- έλεγε η γιαγιά- πήγαινε και χωνόταν κάτω απ τον πλάτανο,
 στο δωμάτιο του Ταξιάρχη.
 Εκεί που κάθε βράδυ χανόταν τα βήματα απ τα σιδερένια παπούτσια του Ταξιάρχη....
Ο ίδιος πλάτανος που κάθε χρόνο σφάζουν τον Ταύρο μετά από 15 μέρες στο πανηγύρι τ Αγιού.
 Την Κυριακη των Μυροφόρων."


Η γιαγιά κάθε χρόνο σχεδόν για 15 μέρες πήγαινε στον Ταξιάρχη.
Τάμα το είχανε τότε στο χωριό.,
Για το καλό.
Ένα ξημέρωμα, μέσα στον ύπνο της άκουσε μια πόρτα βαριά ν ανοίγει.
Βαρυά βήματα, σαν από σιδερένια παπούτσια αργά μέσα στην αυλή
μια ακόμα πόρτα και σιγή.
Μετά από λίγο η ίδια ανάποδη διαδικασία και ένα φτερούγισμα ψηλά στον ουρανό.
Ηταν ο Ταξιάρχης.
Σηκώθηκε σταυροκοπήθηκε και χαμήλωσε το κεφάλι.
Πάντα χαμηλωμένο ήταν το κεφάλι της γιαγιάς Δήμητρας.
Σαν να προσεύχοταν σκυμμένη.

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τη θυμάμαι.
Την λαχταράω.
Στην κατάνυξη των ημερών, την πίστη της στα θεία,
την ταπεινότητα της,
στο θείο δράμα που βίωνε κάθε χρόνο μοναχικά
το δικό της δράμα που ζούσε καθημερινά.
Και φέτος που πρώτη χρονιά δεν ακούω τα μεγάφωνα να αντηχούν στο χωριό κάπως μου φαίνεται περίεργα.
Διαφορετικά.
Πολλά πράγματα από τότε...
Τα τσουρέκια που δεν πλάθουμε μαζί, που δεν πάμε όλες μαζί στο φούρνο για ψήσιμο.
Τότε δυό Δήμητρες και μια Κατερίνα.
Τώρα αντίστροφα.
 Πριν το ψήσιμο το πρωί

Και έτοιμες τυλιγμένες στο σελοφάν.

Σήμερα, Μεγάλη Τρίτη, της Κασσιανής
με το τροπάριο τραγουδισμένο απ την χορωδία του χωριού στον Άη Βασίλη.


Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Νταή Παναγιώτης



"Μια φορά και έναν καιρό ο κόσμος ήταν μικρός. Άπλωνες το μάτι σου  ίσαμε πέρα , πόσον τόπο έπιανες;; Τόσος ήταν ο κόσμος που γνώριζες,...
Μέσα απ τις διηγήσεις του μπαρμπ' Αχιλλέα ένα όνομα κυριαρχούσε πάνω απ όλα τ άλλα, όνομα  που τον συγκινούσε, τον συνάρπαζε, τον ξεσήκωνε και του φερνε δάκρυα στα μάτια. Τ όνομα του πιο αγαπητού συντρόφου του, του αρχηγού του, του Νταή Παναγιώτη. Αυτός λογαριαζόταν το πρώτο παλικάρι (του καπταν Νικήτα ) ανάμεσα στους λίγους ψημένους και αποφασισμένους ανθρώπους της εποχής του. Αυτός κουμαντάριζε τις παράνομες κομπανίες, οργάνωνε τις μεγάλες δουλειές, ναύλωνε τα καίκια και τους καραβοκύρηδες πλασάριζε με ανθρώπους του τα κοντραμπάντα. Αυτός στο τέλος έβγαζε το μερίδιο του καθενού.
-Ήταν παλικάρι όπως σας τολέω. Είχε μια φωτιά στα μάτια , και καλοσύνη , ντομπροσύνη και περηφάνεια.Ένα βουνό, τη μια στιγμή, μια θάλασσα την άλλη. Σαν έστηνε το δυο του ποδάρια 'πα στο χώμα και άνοιγε τα χέρια του, και ας ήσουνα και θεριό, δεν μπορούσες να τον κουνήσεις απ τον τόπο του.Κάποτες , έμπαινε η θάλασσα μέσα στο βουνό φουρτούνιαζεν ο κόσμος σκοτείνιαζεν ο τόπος.
Τότες αλαργέναμε από κοντά του, σακιντούσαμε να περάσει η φουρτούνα , να κατακάτσει η μάνητα του βουνού.Σαν γαλήνευε μαζευόμαστε πάλι κοντά του όπως τα σαλιγκάρια ξετρυπώνουν στον ήλιο άμα τραβηχτεί το σύννεφο της βροχής.
Ήταν παλικάρι που δεν είχε άλλο, που δεν το βάζει ο νους σας. Είχε γίνει βραχνάς για τους Τούρκους της Μυτιλήνης, της Πόλης, της Σμύρνης, του Αιβαλιού. Τους Ρωμιούς- λέει ο μπαρμπ' Αχιλλέας- δεν τους έβλαψε ποτές, δεν δυνάστεψε κανέναν. Όποτε έλαχε τους βοήθησε, και τους προστάτεψε.
Ήταν ένας άντρας, απ τα μικράτα του...''


Το βιβλίο Νταή Παναγιώτης  του Κλεάνθη Παλαιολόγου,έπεσε πρώτη φορά στα χέρια μου σε μικρή ηλικία.
Πρέπει να ήμουν το πολύ έκτη δημοτικού.
Το διάβασα με λαχτάρα, σαν να διάβαζα τη βιογραφία του ντόπιου Ηρακλή.
 Με τους άθλους και τα κατορθώματα του.
 Τουρκοκρατία, πειρατές, καίκια, παρανομία, έρωτας, αγάπη, πόνος, μάχες ,νίκη, δύναμη , τραγούδι, όλα αυτά μαζί έδωσαν στο πρόσωπο του Νταή μυθική υπόσταση.
Το βιβλίο αυτό τότε πέρασε απ τα χέρια όλων μας, τα δικά μου, της γιαγιάς, του αδερφού, της μάνας, του πατέρα.
Και ίσως γι αυτό είναι τόσο σημαντικό βιβλίο για μένα.
Γιατί είναι το μοναδικό  βιβλίο που είχα μοιραστεί με τους πιο κοντινούς μου ανθρώπους.
Φέτος το Νοέμβρη εμφανίστηκε μπροστά μου ξανά.
Σ ένα φιλανθρωπικό παζάρι που διοργανώθηκε στη δουλειά.
Και ήξερα οτι ήταν εκεί για να το αποκτήσω εγώ.
Να ταξιδέψω ξανά σε παραμύθια και ιστορία, μύθους και πραγματικότητα, σε στεριά και θάλασσα, ναδιαβάσω σαν παραμύθι αποσπάσματα στον μικρό μου Ήλιο την ώρα του ύπνου, να το επιστρέψω στο αδέρφι μου το καλοκαίρι, να αφηγηθώ σελίδες του στους αγαπημένους μου...
Και μετά να μείνει στη βιβλιοθήκη φυλαγμένο καλά,  μέχρι να μπορεί να το  διαβάσει ο δικός μου ''Νταής Παναγιώτης'' σε λίγα χρόνια...

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

...Και γω ποτέ δεν είπα όχι....


...Και κάθε που άρχιζέ το λιομάζωμα μας κράταγε η Μπαμπάγιαγια.

Η γιαγιά Κατιρίν'.

Σ εκείνο το τεράστιο σπίτι της,το παλιό αρχοντικό,με τα πελώρια κρύα δωμάτια.

Ούτε λόγος για κεντρική θέρμανση.

Το κάθε δωμάτιο με τη δική του ιστορία.

Το κάθε δωμάτιο με ένα κεντρικό σημείο για να μαζευόμαστε.

Μια ξυλόσομπα ,μια σόμπα υγραερίου ,ή το τζάκι στην τραπεζαρία.

Στο ξύλινο δωμάτιο.

Και οι δυό μας στο περβάζι της παραχούτ΄ς.

Με ανοιχτα μάτια ,αυτιά και στόμα.

Μην τυχόν και μας ξεφύγει κάτι ,απ τους μορφασμούς,τις λέξεις,τις εκφράσεις τους τόνους των λέξεων...

Ακριβώς κάτω απ το καρπάν'.

Ξύλινο πάτωμα,ξύλινα πορτάκια στα ντουλάπια-εσοχές του τοίχου,ξύλινη ντιβανοκασέλα κάτω απ το παράθυρο.

Παράθυρο με θέα στα Ξωχικά,στον δρόμο προς τον Ταξιάρχη.

Καμιά απ τις γιαγιάδες μου δεν ήξερε να λέει παραμύθια.

Και όσο καημό το είχα τότε, τόσο το χαίρομαι τώρα.

Τί να τα κάναμε τα παραμύθια όταν εναλλακτική πρόταση ήταν η ζωή;

Ήταν εκείνο εκεί το δωμάτιο,με την ίδια ακριβώς ντουλάπα.

Ή κάτι σαν ντουλάπα....

Η ακριανή πορτούλα της ντουλάπας, οδηγούσε σ ένα βοηθητικό χώρο που το χρησιμοποιούσαν σαν ένα μικρό κουζινάκι.

Με μικρό νιπτηρα κάτω απ το βρυσάκι,με άπειρα ραφάκια,με ένα μικρό πετρογκαζάκι,και εκείνες τις πετσέτες να κρέμονται απ τα καρφάκια τακτικά.

Και ανάμεσα στη μυρωδιά του καφέ ,που μ έστελνε κάθε απόγιομα να ψήνω,και στη μυρωδιά του γλυκού κυδωνιού που έκλεβα κρυφά, υπήρχε η ερμητικά κλειστή καταπακτή,με τη σκαλίτσα για το κρυφό υπόγειο.

Εκείνο το υπόγειο δεν έβγαζε κάπου μέσα στο χώρο της αυλής ή σε άλλο σημείο του σπιτιού,αλλά οδηγούσε σ ένα στενοσόκακο της δίπλα γειτονιάς.

Μόνο μια φορά μ άφησε να κατέβω και να βγω απ την έξοδό του..

Για να ζήσω τις ιστορίες που μας έλεγε,τ απογεύματα εκείνα.

Να δω από πού φυγάδευε ο παππούς τους αντάρτες και τους κυνηγημένους...

"Έχει κρύψει αυτό το υπόγειο πολύ κόσμο μουρέλιαμ...

Ο παππούς σας ήταν φωνακλάς και οξύθυμος,αλλά ήταν αγωνιστής.

Ήταν Κουκουές ο παππούς σας.

Και βοηθούσε το κόμμα,και τους ανθρώπους.

Σ αυτό εδώ το σπίτι, σ αυτό εδώ το δωμάτιο,δίπλα στην παλιά Αστυνομία,με τα κρατητήρια,την αίθουσα του δικαστηρίου.

Υπεράνω υποψίας ,γι αυτό το κόμμα δεν τον ήθελε στο βουνό,αλλά κρυφό φυγαδευτή.

Η καρδιά μου έτρεμε,κάθε μέρα,αλλά ποτέ δεν είπα όχι.

Ποτέ δεν είπα όχι..."

Εκεί σταματούσε πάντα το πλέξιμο έβγαζε τα γυαλιά της ,απ το χαμηλότερο σημείο της μύτης ,έβαζε το πλεκτό στο πανεράκι της και έπινε καφέ.

Μια γουλιά καφέ.
Ίσως έδινε χρόνο στη φαντασία μας να ταξιδέψει,να εμπεδώσει και να στιγματιστεί.

Ίσως απλά θυμόταν φορτισμένη.

Εκεί κάτω απ το παλιό καρπάνι της παραχούτης,στη θέα τεσσάρων μάγουλων κοκκινισμένων απ τη φωτιά.

Στο ξύλινο δωμάτιο,στο δικό της παραμύθι.

Στη δική της εναλλακτική πρόταση για τη ζωή.

Για το παρελθόν και για το μέλλον.




Καρπανι=ύφασμα που κρεμούσαν στα παλιά τζάκια χοντρό,για να μαζεύει τον καπνό -λινάτσα

Παραχούτ=τζάκι

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Μητρέλια


Ήταν αρχές Οχτώβρη.Κυριακή και εκλογές.Πρώτη φορά την αντίκρυσα στο κρεβάτι ξάπλα.Με άσπρο νυχτικό μες τα λευκά σεντόνια έδειχνε τόσο αλλιώτικη.Τόσα χρόνια μέσα στα μαύρα ρούχα.Μαύρο τσεμπέρι,μαύρα μαλλιά ,μαύρα μάτια,σκούρη επιδερμίδα.Μια σκούρα σκιά.Όμορφη γυναίκα.Γεμάτη και ψηλή.Το χαμόγελο της το θυμάμαι πολύ αχνά και πολύ παλιά.Ίσα να διαγράφεται...
Στάθηκα στο κεφαλόσκαλο ταραγμένη
-Μητρούδα δεν θα προλάβω να σας πάρω τις αλυσίδες.
-Γιαγιά τί ναι αυτά που λές;
-Ε,καλά εγώ ξέρω..
Δεν είχαν περάσει ούτε δυο μήνες απ τη μέρα που με πήρε και πήγαμε στην πόλη στον οδοντογιατρό και έβγαλε τα χρυσά της δόντια.Την ενοχλούσαν πια-είπε.
Και γραμμή για τον χρυσοχόο.
"Θέλω να πάρετε αυτά εδώ και να τα κάνετε δυο σταυρουδάκια χρυσά.Για τις αγγόνες μου".
"Τα Χριστούγεννα θα σας πάρω και τις αλυσίδίτσες".
Μετακόμισε στο σπίτι.Βάλαμε ένα κρεβάτι στο σαλόνι και κοιμόταν εκεί.Εγώ δίπλα, στον καναπέ.Μ ήθελε δίπλα της.Για μια βδομάδα.
Την τελευταία βραδιά ήταν χάλια.Βήχας ξερός.Ήθελε νερό κάθε τόσο.
Κάθε γουλιά της και ευχή.Κάθε γουλιά της και τύψεις.Μην τυχόν και με παραβαρέσει.
Όλη της η ζωή ένα άγχος, μην τυχόν και δώσει βάρος.Ζωή γεμάτη ταλαιπωρία και βάσανα.
Ένα αλαφροπάτητο ξωτικό στα μαύρα
Γύρω στις έξι το πρωί σηκώσαμε τη μάνα και πάρθηκε η απόφαση για το νοσοκομείο.Μ έστειλε πάνω για ύπνο.
-Δεν σ άφησα να κοιμηθείς όλη νύχτα "μουρέλιμ".Άντε πήγαινε και έχεις και σχολείο.
Βαθειά μες τον ύπνο την άκουσα να λέει.
-Μητρούδα φεύγω.Την ευχή μου να χεις .Μια δασκάλα να γίνεις.
Ήταν και η τελευταία φορά που άκουγα τη φωνή της.


Από τότε κάθε Οχτώβρης φέρνει στη μνήμη εκείνη.Τη γιαγιά Δήμητρα.
Φέρνει τη γιορτή της,τα "Μητρέλια"(Χρυσάνθεμα) που αγαπούσε,τα "λαγέλια" που αγαπούσε.Φέρνει όλα εκείνα τα βιβλία που μοιραζόμασταν, η μια μετά την άλλη.
Φέρνει όλη εκείνη την αγάπη με την οποία μας μας έλουζε καθημερινά μαζί με το "Μυρτώ λεμόνι"πριν φύγουμε για το σχολειό-απέριττη αγάπη.Χωρίς λόγια.Μόνο πράξεις.
Φέρνει εκείνη εδώ και όλες τις ευχές της...



Καλό μήνα.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Τση γιαγιάς τα παραμύθια....



Θυμήθηκα πάλι...
Τη γιαγιά μπροστά στο τζάκι-την ¨"παραχούτη" μας να σκαλίζει τη φωτιά για να πετάει "ασπέθες" και να πάρει μπρός το παραμύθι.
Απαραίτητη μια κουταλιά ζάχαρη στο στόμα να μελώσει το παραμύθι(με τη μυρωδιά του καφέ) και μεγάλη φαντασία ταξιδευτής
Η γιαγιά να μιλάει και μεις να ζούμε μέσα στα παραμύθια...
Μέχρι το σούρουπο που θα γύριζε η μάνα να μας μαζέψει κοιμισμένους τυλιγμένους σε κουβέρτες μην κρυώσουμε ενώ εμέις να συνεχίζουμε το ταξίδι στην παραμυθοχώρα της γιαγιάς στα όνειρα μας.....
'Ομορφα χρόνια αθώα και ταξιδιάρικα-Κατευόδιο σ όλη τη ζωή...

Πού πήγε;;