Πέμπτη 29 Μαΐου 2008


Πίσω απ τα μάτια σου φως
καλά κρυμμένο
Παρέα με φοβίες και αγάπη
Μπορείς ν ακουμπάς αλλά όχι να νιώθεις
Σκυμμένο λουλούδι που έκαψε ο ήλιος
Και μετά φοβάμαι τη σπίθα
Και μετά νιώθω την ανάγκη
Ύστερα ακουμπάω τα πέταλα
ζητάω τη δροσοσταλιά απ το χείλος σου
Και πάλι ταξίδι στον άνεμο
φύλλου ξερού μέσα στην άνοιξη
Σήμερα δεν θα νικηθώ....

Λυπηρό είναι


Όσο και να προσπάθησα
όσο και αν έψαξα
Όσα και αν δέχτηκα,όσα και αν άφησα
όσα και να λατρεύω,όσα και να σκέφτομαι
Πολλά που μπορώ,ελάχιστα που δεν θέλω...


Μερικές σκέψεις ,όμως, είναι μίλια μακρυά
... άλματα αλλού...

..................


Τελικά αστείο είναι...

Αγαπημένα αποσπάσματα


Σχήμα της απουσίας

Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε
σε δύσκολες ώρες,
και στη γωνιά της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
ν' αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε-πότε
τα παράθυρα,
και μέσα στο ίδιο βάζο, πούχει αλλάξει την ουσία του
με ίδια κ' ισόποσην ουσία απ' το κρύσταλλο του άδειου,
μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό
μονάχα.

Πίσω απ' το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
σα νάμεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο ―

Kαι, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο
Κοριτσάκι μου

Κοριτσάκι μου,
μες στο βουβό πηγάδι του φεγγαριού
σου ‘πεσε απόψε το πρώτο δαχτυλίδι σου.
Δεν πειράζει.
Αργότερα θα φτιάξεις άλλο
να παντρευτείς τον κόσμο μες στον ήλιο.
Γιατί δεν είναι κοριτσάκι
να μάθεις μόνο εκείνο που είσαι,
εκείνο που έχεις γίνει,
είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει
η ευτυχία του κόσμου.
Άλλη χαρά
δεν είναι πιο μεγάλη
απ’ τη χαρά που δίνεις
Να το θυμάσαι κοριτσάκι

'Εαρινή Συμφωνία''


XVI





Χαρά χαρά.

Δε μας νοιάζει

τι θ' αφήσει το φιλί μας

μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.
Αγγίξαμε

το μέγα άσκοπο

που δε ζητά το σκοπό του.
Ο Θεός

πραγματοποιεί τον εαυτό του

στο φιλί μας.

Περήφανοι εκτελούμε

την εντολή του απείρου.
'Ενα μικρό παράθυρο

βλέπει τον κόσμο.

'Ενα σπουργίτι λέει

τον ουρανό.

Σώπα.
Στην κόγχη των χειλιών μας

εδρεύει το απόλυτο.
Σωπαίνουμε κι ακούμε

μες στο γαλάζιο βράδι

την ανάσα της θάλασσας

καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου

που δε μπορεί να χωρέσει

την ευτυχία του.
'Ενα άστρο έπεσε.

Είδες;

Σιωπή.

Κλείσε τα μάτια.


Γυμνό σώμα.......


Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κ' εγώ.


Το σώμα σου ωραίο.
Το σώμα σου απέραντο
Χάθηκα στο απέραντο.


Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.


Όσο απαμακρύνεσαι
σε πλησιάζω.


Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.

Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Η γλώσσα μου στο στόμα σου,
η γλώσσα σου στο στόμα μου -
σκοτεινό δάσος....
οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.

Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ' αυτί σου.

Τόσο μικρό και τρυφερό
πώς χωράει
όλη τη μουσική;

Ηδονή -
πέρα απ' τη γέννηση,
πέρα απ΄το θάνατο...
τελικό κ' αιώνιο
παρόν.

Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.

Κάτω απ΄όλες τις λέξεις
δύο σώματα ενώνονται
και χωρίζουν.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πώς πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;

Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ' τα δάχτυλα.
Ενώνεται.

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κ' εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ' άστρα
αφού λείπεις;

Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.



Γιάννης Ρίτσος





Ο έρωτας ,όνομα ουσιαστικόν,πολύ ουσιαστικόν
Ενικού αριθμού,γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού
Γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός οι ανυπεράσπιστοι έρωτες
Ο φόβος,όνομα ουσιαστικόν
Στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός
Οι φόβοι
Οι φόβοι για όλα από εδώ και πέρα
Η μνήμη ,κύριο όνομα των θλίψεων,ενικού αριθμού,
μόνο ενικού αριθμού και άκλιτη.
Η μνήμη,η μνήμη,η μνήμη.
Η νύχτα,όνομα ουσιαστικόν,γένος θηλυκού,ενικός αριθμος.
Πληθυντικός αριθμός,οι νύχτες.
Οι νύχτες από εδώ και πέρα


Λησμονιά


Τον θυμάμαι ακόμα.
Παράξενο πολυ
Γιατί όσο ένα ανοιξιάτικο σύννεγο έμεινε
Όσο χρειάζεται να ειπωθεί ένα αντίο.
Υπέροχο μνημείο.
Διάχυτος σαν μυρωδιά
Απροσδιόριστος σαν το άπειρο,
Βλέμμα σάμπως σε ατέλειωτη νύχτα
Μπροστά μας ένα σταχτοδοχείο όπου τινάξαμε μια τεφρωμένη
Ολοκλήρωση.
Το ρολόγι του σχεδίαζε με το χρόνο
Κάποιο ξεκίνημα πικρό
Και τότε εγώ σήκωνα το ποτήρι και πίναμε
Μαζί κάποιο σαλπάρισμα
Ανάκατο με την αυγή.
Στον χωρισμό ούτε αντίο ούτε φιλί.....

Κική Δημουλά


Σηκώθηκε και τους ετοίμασε τέλεια το πρωινό
με μαθηματικές κινήσεις.
Τους χαιρέτησε: Στο καλό σας αγαπάω μην αργήσετε
απ' το σοφά γυαλισμένο κεφαλόσκαλο.
Τίναξε το χαλί έπλυνε φλυτζάνια και τασάκια
μιλώντας μόνη της.
Eβαλε το φαί στην κατσαρόλα κι άλλαξε το νερό στά βάζα.
Ενιωσε έξυπνη στο μανάβικο
χαμογέλασε συγκαταβατικά στην κομμώτρια
αλλοτριώθηκε στην αποθήκη καλλυντικών
κι αγόρασε εκδόσεις «ΚΥΤΤΑΡΟ» τη «ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ
ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ».
Εστρωσε το τραπέζι την ώρα
που χτύπαγε το κουδούνι
όμορφη έξυπνη κι ενημερωμένη στα κοινά.
Το παιδί κοιμήθηκε
κι ο αντρας την ακούμπησε από πίσω.
Αυτή χαχάνισε όπως είχε δεί σ' ένα διαφημιστικό
και τούπε με χοντρή σεξουαλική φωνή: Ελα
την πήδηξε τέλειωσε και ξεράθηκε.
Η γυναίκα σηκώθηκε με προσοχή για να μην τον ξυπνήσει
έπλυνε τα πιάτα μιλώντας μόνη της
άνοιξε τα παράθυρα να φύγει η τσικνίλα.
Εκανε τσιγάρο άνοιξε το βιβλίο και διάβασε:
«... μόνο όταν οι γυναίκες απαιτήσουν ενεργητικά
θα υπάρξει ελπίδα γι ' αλλαγή»
και πιό κάτω:
ΝΑI ΑΛΛΑ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΧΡΥΣΗ ΜΟΥ
ΤI ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ;

Σηκώθηκε μέ προσοχή
πήρε το καλώδιο της ψήστρας
τόσφιξε καλά στό λαιμό του άντρα της
κι έγραψε κάτω απο την ερώτηση
του φεμινιστικου κινήματος: ΕΠΝΙΞΑ ΕΝΑΝ.
Υστερα πήρε το 100 και μέχρι νάρθουν
κοίταξε το ωροσκόπιό της στή ΓΥΝΑIΚΑ.


Kατερίνα Γώγου

Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου
...σωπαίνοντας θα μου ζητήσουν κάποτε όταν φύγεις τη φωνή τους...
Όμως δεν θα χω φωνή πια να μιλήσω.
Γιατί εσύ συνήθιζες πάντα να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες και ύστερα μαζεύσουν στο κρεβάτι ένα κουβάρι πούπουλα μετάξι και άγρια φλόγα.
Σταύρωνες τα χέρια σου γύρω στα γόνατα σου αφήνοντας προκλητικά προτεταμένα τα σκονισμένα ρόδινα σου πέταλα.
Να με θυμάσαι -μου λεγες- έτσι να με θυμάσαι με τα λερωμένα πόδια μου,με τα μαλλιά μου ριγμένα μες στα μάτια μου γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω.Λοιπόν πώς να χω πια τη φωνή.
Ποτέ η ποίηση δεν περπάτησε έτσι......
Γιάννης Ρίτσος.....



Επιστροφή

Με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου
βρήκα το πατρικό μου σπίτι να κοιτάζει,
μες απ' τις φυλλωσιές, σαν άλλοτε, τη δύση.

-με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου.

Γοργά το νζάκι η μάνα μου τρέχει ν' ανάψει.
Κ' ενώ απ' την πόρτα βλέπω τις γλυκές του λάμψεις,
με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου

δε μπαίνω μέσα. Απέξω κάθομαι και κλαίω

Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα, στους αιώνες των αιώνων,
ένα κήπο να περπατάς,ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μην σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς - στους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ' οραμά σου πάνω σ' όλους τους λόφους,
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα,
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών μου το νερό - στους αιώνες των αιώνων!


Επιστροφή στο βουνό

Δε θα ξανάρθω πια κοντά σου
να μην ακούσεις το ποτάμι
που μες στο στήθος μου κυλά.
Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει
τον έσπερο να σε ρωτά,
βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου
τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου
κι' έβγα νυφούλα στα βουνά

Εβγα νυφούλα στα βουνά.
κι' αν σε ρωτήσουνε τ' αλάφιά,
αν σε ρωτήσουν τα πουλιά,
πες τους: θα βγώ με το φεγγάρι,
με τρεις αγγέλους συντροφιά!
Διπλό γαρύφαλλο στ' αφτί μου,
η μάνα μου και τ' αλογό μου,
ο Ιησούς Χριστός κ' εφτά παιδιά


Δίχως εσέ

Δίχως εσέ δεν θάβρισκαν
νερό τα περιστέρια
δίχως εσέ δε θάναβε
το φως ο Θεός στις βρύσες του

Μηλιά σπέρνει στον άνεμο
τ' άνθη της, στην ποδιά σου
φέρνεις νερό απ' τον ουρανό,
φώτα σταχυών κι απάνω σου
φεγγάρι από σπουργίτες.

Το παιδί με τη φυσαρμόνικα

Θα βγω στον κάμπο να μαζέψω
τα πεσμένα φύλλα του ήλιου,
να πλάσω τις ακτίδες του -τούτο το καλοκαίρι-,
να πλάσω τις ακτίδες του σε φύλλα για να γράψω
τον ουρανό και το τραγούδι σου, Ελληνόπουλο!
Γιατί το χώμα δε με φτάνει! Δε με φτάνει το αίμα μου!
Γιατί τα δάκρια μου δε φτάνουνε να πλάσω τον πηλό μου!

Τι να το κάνω το σπίτι μου; 'Εξω σε τραγουδάνε!
'Εξω μιλούν για σένανε! Δε μου φτάνει η φωνή μου!
Θα τρέξω εκεί που σ' άκουσα να λες "Όχι" στο θάνατο.
Θα τρέξω εκεί που πήγαινες σφυρίζοντας αντίθετα
στ' αστροπελέκι,αντίθετα στη διαταγή
και στο γλυκό ψωμί της γης! Αντίθετα
στα γαλανά σου μάτια που ήταν για τον έρωτα!


Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

Φεγγάρι ελλειπτικό




Το πέτυχα εν τη γεννέση απόψε...Κατακόκκινο και ΄σιγά σιγά να λιγοστεύει.


Γιατί να μην είναι το φεγγάρι κόκκινο;


Δεν νομίζω να του πρέπει άλλο χρώμα.


Έτσι θα ταν και οι νύχτες μας κόκκινες.


Γεμάτες αισιοδοξία και χρώμα....


Αλλά κάποια πράγματα είναι εκεί για να μην αλλάζουν οι ισορροπίες...




Δε πάει στο καλό;;

Μακρυά από το νησί μου και απο κείνους που αγαπώ
Και η θάλασσα όλο να μακραίνει,
όλο να με παίρνει μαζί της αλλού
....Διωγμός οι σκέψεις
μάτωμα οι ανάσες....
Καλημέρα

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Πολλά κομμάτια κρυμμένα απ το πάζλ
Πολλές απόψεις στέγνωσαν τα χείλη
και συ να σιωπάς,να μπορείς ν αντέχεις
Φόβος και τίποτ άλλο....

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

Όχι πια παιδί


Ιούνη του 07 ήμουν πλέον βέβαιη
Την Παρασκευή έχασα και τις κούκλες μου....

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Προς τη θάλασσα

Παράξενη μέρα,γέρνει προς τη θάλασσα
Ίσως προσκαλούν οι γλάροι,ίσως οι άδύναμες ψυχές.ίσως κανένας.
Πλήκτρα χωρίς σημασία πάλι,χωρίς ήλιο.
Ασημοπράσινες σκιές στα σύννεφα γνέφουν καλησπέρα.Χαρούμενα είναι.
Χαμογελούν και περιμένουν αιώνες τωρα....

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

Τάσος Λειβαδίτης


ΑΠΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν' ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
κι ο κόσμος για να πεθάνεις.



O AΙΩΝΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα του' βαλε ψωμί στο τραπέζι. Κι ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα. Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δε σε τρομάζω. Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη, κι όμως φοβάμαι. Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους. Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία. Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε, σαν πηγή, το μαστό της. Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη. Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του. Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά. Κι ο άντρας είπε: θα' θελα να' μαι θεός. Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο. Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε. Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε. Και μια μέρα καινούρια ξημέρωσε.
Τάσος Λειβαδίτης "Ποιήματα (1958-1964)"


ι τελευταίοι
Mεγάλα λόγιαπου φωνάξαμε στους δρόμουςμικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας...
Γι' αυτό σου λέωπρέπει να βρείς έναν άλλο τρόπο να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους,όχι να περιμένεις την πράξη - είναι τότε αργά.
...σκορπιασμένα ταφύλλα του ημερολογίου σαν μικροί απεριποίητοι τάφοισ' ένα ιδιόκτητο κοιμητήρι.
Tα μαλλιά της γεράσανε και πάνω στα ωχρά της χείλησαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και πολλά ανοιξιάτικα λόγια.
...και μέναμε κι οι δυό μετέωροι κι ολομόναχοι, κρεμασμένοιαπ' την αρπαγήμιας ασυνάντητης ηδονής...
...είναι τώρα το ανάχωμαενός τάφουπου έθαψαν όλη την εφηβική παντοδυναμία μου.
Γιατί οι άνθρωποι μόνο όταν βλέπουν τον εαυτό τους μέσα σουβεβαιώνονται οτι κι εσύ υπάρχεις.
...ο ουρανίσκος μου είναιένα μικρό κοιμητήρι όπου σαπίζουνχιλιάδες ανείπωτα λόγια.
Tο ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς - την πρώτη μέραπου διστάσαμε να πάρουμε μιάν απόφαση ή που σταθήκαμε εύκολοισε μιάν αναβολή.
Oλα όσα αρνηθήκαμε - αυτό είναι το πεπρωμένο μας.
H μήπως το μέγιστο μάθημα του Iησού ήταν η ώρα η νεανικήπου θάπρεπε να πεθάνουμε.
...τα βήματα μιας μεγάλης ώρας που προσπαθήσαμε ν' αποφύγουμετα βήματα μιάς μικρής θυσίας που δεν τολμήσαμε να κάνουμε...
...κάθε τόσο σηκωνόταν κι έβγαζε το καπέλο τουσαν να ζητούσε συγνώμην που υπήρχε.
...η αίσθηση του ανεκπλήρωτουόταν είχαμε πετύχει, φιλοδοξίες, τύψεις, γενναιότητεςπου σαν μεγεθυντικοί φακοί μεγάλωναν ώς το άπειροτον ελάχιστο εαυτό μας...Kαι δεν είδαμε τίποτα απ' τον απέραντο κόσμο



Ένας άγνωστος πολύ γνωστός
Γνωριστήκαμε νύχτα σ' ένα καφενείο κάτω απο συνθήκεςσχεδόν μυστηριώδεις -απο τότε ερχόταν συχνά, ιδιαίτερα μετά το έγκλημαέτρεξε αμέσως"ποιός είσαι;'' ρώτησα, "είμαι ο επόμενος", μου λεει,και θα περνουσαν χρόνια για να καταλάβω,εκείνον τον καιρό έψαχνα να βρω κάτι που είχα χάσει (αντο βρω ίσως σωθώ - ίσως σωθεί κι ανθρωπότητα)ή κοίταζα τα φωταγωγημένα τραμ μέσα στα παιδικάμου βράδια"ποιός είσαι;" τον ικέτεψα, "θα το μάθεις, μου λεει, μαόταν θα ΄ναι αργά", ανατρίχιασα - έτσι ερήμην ζήσαμε.
Στη στροφή του δρόμου σταθηκαμε κάτω απο ένα φανάρικαι κοιταχτήκαμε σιωπηλά, με μίσος.αλλά αυτό ειναι μια άλλη παλιά ιστορία αιώνων



Και να που φτάσαμε εδώ Χωρίς αποσκευές Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάριΚαι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμοΦτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσεςούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμαΣα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος?
Αλλά τα βράδια τι όμορφαπου μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας,αλλά τα πουλιάπετούσαν πιο πέραΣκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλαπάνω απ' το δέντρο που βρέχεται?
Αλλά τα βράδια τι όμορφαπου μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστίαγια να μένουν νεκροί για πάνταΑλλά καθώς βραδιάζειένα φλάουτο κάπουή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφαπου μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου, μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες?Φοράω το σακάκι του πατέρακι έτσι είμαστε δυο,κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζωήταν για να δώσωέναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφαπου μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνημ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμίσαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει παίρνει το μέρος των φτωχών?
Αλλά τα βράδια τι όμορφαπου μυρίζει η γη!
Δος μου το χέρι σου.. Δος μου το χέρι σου


Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη ενός ατέλειωτου χωρισμού.....κι όμως εσύ σωπαίνεις ,γιατί δεν μιλάς,πές μου γιατί ήρθαμε εδώ και από πού ήρθαμε; (Αυτός που σωπαίνει)
Πράγματα ασήμαντα που μόλις τα προσέξαμε και γρήγορα τα ξεχάσαμε,η μυρωδιά ενός μουσκεμένου κήπου,το βλέμμα ενός περαστικού ,μια ραγισμένη φωνή γυναίκας από κάποιο παράθυρο-τα ξεχάσαμε ,αλλά κάποτε θα τα θυμηθούμε και θα νιώσουμε σα να εγκαταλείψαμε εκεί στη μέση του δρόμουτην πιο ωραία μας τύχη 'η έναν αγαπημένο νεκρό.Αλλά τώρα τί μπορώ να κάνω;Τουλάχιστον ας παραδεχτώ την ηλικία μου(Ενηλικίωση)
Και όταν ο θεός τέλειωσε την δημιουργία του κόσμου ήρθε ο βαφέας να πάρει τα φορέματα των γυναικών για το πένθοςκαι έγιναν τα ανθοπωλεία στη σειρά.Ανοιξα το παράθυρο και κοίταξα μακρυά τ άδοξο τέλος της μέρας...(Ηλιοβασίλεμα)

Καρσίλαμάς


Υπάρχουν χοροί ομαδικοί, όπως ο συρτός, ο καλαματιανός, ο χασάπικος, ο σέρβικος, ικανοί να εκφράσουν την φιλία, την ομαδικότητα, την συντροφικότητα, την ομοθυμία, όχι όμως και τη μοναξιά του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο .Ο ζεϊμπέκικος ,που είναι κατά κανόνα ατομικός χορός είναι ο καταλληλότερος για να εκφράσει αυτή τη μοναξιά και την απεγνωσμένη πάλη του ανθρώπου με το Χάρο.Όταν χορεύεται από δύο άτομα πάλι δεν αναιρείται η μοναχικότητα και η σημασία του ζεϊμπέκικου σαν αγώνα ενάντια στο θάνατο ,αφού ο δεύτερος χορευτής προσωποποιεί τον ίδιο αντίπαλο ,τον ίδιο τον Χάρο.Οι ζεϊμπέκοι όταν τύχαινε να χορέψουν αντικριστά το λεβέντικο χορό τους ,τον χόρευαν με σπαθιά και με μαχαίρια , αντιμέτωποι ο ένας με τον άλλον σαν ένα είδος μονομαχίας σαν ένα αγώνα εναντίον ενός θανάσιμου αντιπάλου;
Του ίδιου του θανάτου;
Αυτός ο αντικριστός ζεϊμπέκικος είναι ο καρσιλαμάς ("καρσιλαμάς" είναι μια γραμματική μορφή που σημαίνει "χορεύω απέναντι από τον άλλον". καρσί-λαμάς . Η συλλαβή "καρσί" σημαίνει απέναντι και στις συλλαβές "λα" και "μας" πρόκειται για μια μορφή αυτοπαθής ρήματος και για αυτήν την κατάσταση που βρίσκομαι τι στιγμή, τίποτα περισσότερα. )?.ένας χορός λεβέντικος, ένας χορός της ζωής?.Και μήπως η ίδια η ζωή δεν είναι ένας μεγάλος χορός πριν από έναν αιώνιο ύπνο;

Kαλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς


Σου γράφω ,όχι απ τις φυλακές της Κέρκυρας,απ την Αθήνα σου γράφω ,σχετικά ελεύθερος...Οχι δεν είμαι αδειούχος, νόμιμα και μόνιμα πολιορκημένος είμαι.Τέλος δεν έχει σημασία απο που σου γράφω,λίγο πολύ το ίδιο είναι φυλακή τρελάδικο κόμμα κοινωνία....Ούτε μέσα σου δεν μπορείς να σαι πια.Ομως εισαι τόσο μόνος σαν να πας κάθε πρωι για εκτέλεση.... Εσύ τουλάχχιστον ήσουνα τυχερός πέθανες τότε και μάλιστα απο σφαίρα Εμείς ασ τα σαν κότες μας σεργιανάγανε απο κοτέτσι σε κοτέτσιΚέρκυρα,Γεντί Κουλέ,Αβέρωφ,Αίγινα ΓυάροΑλικαρνασσό,Μακρονήσι,Αι Στράτη..................................................................................................................................................................................Τους νεκρούς μας τους θυμόμαστε βέβαια δεν λέω αλλά σαν νεκρούς όχι σαν εκφραστές των μεγάλων οραμάτων του ονείρου της ανθρωπότητας.Ετσι και όταν τους θυμόμαστε είναι σαν να τους σκοτώνουμε δυό φορές ......Συλλογιέμαι πως δεν μπορεί ,σε τούτο τον τόπο οπου πίσω απο κάθε βράχο μέσα σε κάθε σπηλιά ή λοχμή κατοικούν εφήβειοι μύθοι κάποια νύχτα οι Κένταυροι μαζί με το Γιό της Καλόγριας θα χτυπήσουν τα τείχη και θ ανοίξουν ένα πέρασμα για τους μικρούς αργοναύτες ........Όμως σ έπιασα μονότερμα μου φαίνεται .Κοντεύει να ξημερώσει και έχω ακόμα τόσα να σου πω,αλλά είμαι πολύ κουρασμένος.Αυτή η βουτιά που κάναμε στα παλιά με γέμισε νοσταλγία και πίκρα.Άντε καληνύχτα θα τα πούμε πάλι αύριο.


Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Είναι που όταν λείπεις γίνομαι γιος της λύπης


Το φύλο ανευ σημασίας,
όσο το συναίσθημα του κενού
Και του χρόνου που έγινε φυσαλίδα μέσα στο μπουκάλι του νερού
Οι λέξεις της απουσίας.....
Και οι στίχοι της απουσίας
μελωδία μονότονη στ αυτιά....
Το πρωινό με τρομάζει
Το άνοιγμα των ματιών
Και η καλημέρα που θ αντηχεί στη μνήμη και όχι στο δωμάτιο......
Λείπεις
Απόψε
Στίγματα απουσίας σε στίχους

Τση γιαγιάς τα παραμύθια....



Θυμήθηκα πάλι...
Τη γιαγιά μπροστά στο τζάκι-την ¨"παραχούτη" μας να σκαλίζει τη φωτιά για να πετάει "ασπέθες" και να πάρει μπρός το παραμύθι.
Απαραίτητη μια κουταλιά ζάχαρη στο στόμα να μελώσει το παραμύθι(με τη μυρωδιά του καφέ) και μεγάλη φαντασία ταξιδευτής
Η γιαγιά να μιλάει και μεις να ζούμε μέσα στα παραμύθια...
Μέχρι το σούρουπο που θα γύριζε η μάνα να μας μαζέψει κοιμισμένους τυλιγμένους σε κουβέρτες μην κρυώσουμε ενώ εμέις να συνεχίζουμε το ταξίδι στην παραμυθοχώρα της γιαγιάς στα όνειρα μας.....
'Ομορφα χρόνια αθώα και ταξιδιάρικα-Κατευόδιο σ όλη τη ζωή...

Επιτάφιος 2006



Μεγάλη Παρασκευή σε μια απ τις πιό όμορφες πόλεις της Αθήνας
Στο Λαύριο
Επιτάφιος χρώματος χωριού
ανάμεσα στα σοκάκια και τις γειτονιές της πόλης
μπροστά απ τις ανοιχτές πόρτες απ τα σπίτια τα προσφυγικά για να μπει ο επιτάφιος μέσα.....και τα σπίτια όλα καθαρά ασβεστωμένα τακτικά και όμορφα.....με γειτονιές σαν να ξεπήδησαν απ την Σμύρνη σαν να τις έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες και να έμειναν άθικτες από τότε.
Γεράνια Γιασεμιά Λεμονιές στα σοκάκια και οι γιαγιάδες με το θυμιατό στο χέρι
Πολλές μυρωδιές μαζεμένες και τα μάτια καρφωμένα στον χρόνο που δεν άγγιξε σταλιά αυτή τη γωνιά της γης....Ακόμα τελικά υπάρχει ομορφιά ..Παραήταν όμορφα χτες στον επιτάφιο....
Άντε και του χρόνου......

Ας όψεται ο άνεμος...

Πάλι ρωτας και πάλι νιώθεις λές....
Ταξίδι και ψυχή μαζί σε μια βαλίτσα
Ας όψονται τα χιόνια
Πικραμένες στιγμές ,για το είναι ,για το θες και το μπορείς
Φοβισμένα κορμιά στην άκρη του δρόμου
Τώρα που φυσάει
Και μην ξεχάσεις τα κλαράκια που έσπασαν.
Απ τις λέξεις λυγισαν
και απ τις ανάσες
Μουσική στ αυτιά
Που αναδύνει Θυμό
Αλήθεια που μπορεί να σε πάει μια φράση;;;
Απ τον Παράδεισο μέχρι την κόλαση....
Τα λόγια σε άδεια δοχεία αντηχούν και τρυπάν τ αυτιά......
Πάλι Ξεφευγω

Πού πήγε;;