Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Νανουρίσματα

Άργησε σήμερα η νύστα να καλύψει τα μάτια τους.
Θυμήθηκα και επιστράτευσα όλα τα νανουρίσματα που τους τραγουδάω απ τη γέννηση του Παναγιώτη μέχρι σήμερα.
Ξεχωριστά στον καθένα.
Ειδικά.
Του Παναγιώτη...
 

Ο μέρμηγκας - Μάνος Λοίζος.
 
Ένας μέρμηγκας κουφός με πήρε απ το χέρι
Είμαι λέει ο πιο σοφός σ’ ολόκληρο τ’ ασκέρι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο δεν πεινάμε

Τα βολεύεις μια χαρά σπουδαίο μου μυρμήγκι
όμως πρόσεχε καλά τ’ ωραίο σου λαρύγγι

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο πολεμάμε,
εν δυο μα πεινάμε

Πριν προλάβω να του πω το σύστημα ν’ αλλάξει
πλάκωσε όλο το χωριό το μέρμηγκα να χάψει

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια
χειροκροτάνε μ’ ενθουσιασμό
εν δυο προσκυνάμε,
εν δυο μα πεινάμε,
εν δυο θα σε φάμε
 
Και λίγο από  Λιλλιπούπολη
 
 
Το χοντρό μπιζέλι - πράσινο χρώμα
 
Το χοντρό μπιζέλι χορεύει τσιφτετέλι
χορεύει τσιφτετέλι στο χορό των μπιζελιών
και τα κολοκυθάκια χτυπάνε παλαμάκια
πάνω στην πρασινάδα και πάνω στο γκαζόν.

Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον χορό των μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω με λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό.

Βλίτα και σπανάκι χορεύουνε συρτάκι
χορεύουνε συρτάκι στο χορό των μπιζελιών
κι η μπάμια η μεγάλη χορεύει πεντοζάλη
πάνω στην πρασινάδα και πάνω στο γκαζόν.

Μ’ ένα πράσινο καινούργιο παπιγιόν
προχωρώ για τον χορό των μπιζελιών
Ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ, ήρθ’ η ώρα πια κι εγώ
να χορέψω με λαχτάρα, αγκαλιά με μια αγκινάρα
το πρώτο μου τανγκό
 
Με την Κατερίνα δεν ξεφύγαμε από Λοίζο.
 
 

 
Κάτω από ένα κουνουπίδι - Λοίζος
Κάτω από 'να κουνουπίδι
εκαθόταν σαμιαμίδι
εκαθόταν και σκεφτόταν
να 'χα λέει ένα απίδι.
Πάνω από το κουνουπίδι
μπαφ και πέφτει ένα απίδι
σαν ο κόσμος να χανόταν
διέλυσε το κουνουπίδι.
Μπαφ καπνός το σαμιαμίδι
χώνεται στο ροκανίδι
εκυλιόταν και σκεφτόταν
βρε τι κάνει ένα απίδι!
 
Και μια καινούρια ανακάλυψη, Τεμπέλης Δράκος ο δίσκος
 
 
Η ιστορία μιας πατάτας - Ελένη Τσαλιγοπούλου
 
Για τα πα τα
Για τα πα τα
Για τα πα τα τα πατα
Για τα πα τα τα πατα
Για τα πατα

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα
Τα πα τα

Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Στου μανάβη τον πάγκο
Αγκαλιά μ’ ένα μάγκο

Κάποια μέρα κινάει
Στο παζάρι να πάει
Υλικά για να ψάξει
Νυφικό για να ράψει

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα ταπα
Τα πα τα

Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Κάποια μέρα κινάει
Στο παζάρι να πάει

Παίρνει άσπρη κορδέλα
Μεταξένια δαντέλα
Ασημένια γοβάκια
Και ροζέ κουφετάκια

Μια πατάτα χοντρούλα
Άσπρη και νοστιμούλα
Υλικά πάει να ψάξει
Νυφικό για να ράψει

Κι είναι τόση η χαρά της
Που δεν βλέπει μπροστά της
Την κατεύθυνση χάνει
Και γλιστράει στο τηγάνι

Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα τα πα τα
Για τα πα τα
 
Τ αγαπάω τα παιδικά τραγούδια.
 Έχουν λίγο από παιχνίδι, πολύ από ψυχή και ξεχειλίζουν από παιδική αγάπη.
Τα λαχταράει η ψυχή τους, κάθε βράδυ πριν τον ύπνο, μετά το παραμύθι.
Η ιεροτελεστία.
Η άφεση τους στους ήχους του τραγουδιού
Η λατρεία στα μάτια τους.
Ο επόμενος στίχος που ξέρουν καλά ,αλλά προσμένουν ν ακούσουν σαν να ναι πρώτη φορά.
Γιατί  όλα τα παιδιά, όσο μικρά ή μεγάλα και  να ναι,
 περιμένουν ένα τραγούδι στο τέλειωμα της μέρας.
Και μεις οφείλουμε να τους τα χαρίζουμε.
Σ όλα τα παιδιά.
 
Ειδικά γι αυτά που πεινάνε συνέχεια, τα λιχούδικα.
 
Ο μπαμπάς μου με ρωτάει- Ελένη Τσαλιγοπούλου
Ο μπαμπάς μου με ρωτάει
κάθε μέρα στα κρυφά
πες μου όλη την αλήθεια
πόσα έφαγες γλυκά;

(R)
Και αρχίζω να μετράω
μα δεν ξέρω τι να πω
ένα, δύο, τρία, ...πέντε
ή..σαράντα κι εκατό !!

Μου `δωσε ο παππούς γκοφρέτα
κι η γιαγιά μου παγωτό
καραμέλες η νονά μου
κι η μαμά ζαχαρωτό

Έφαγα πολλά μπαμπάκα
δεν μπορώ να σου το πω
πάμε τώρα κατ’ ευθείαν
για τον οδοντογιατρό
πάμε τώρα κατ’ ευθείαν
για τον οδοντογιατρό
 
(μαζί με τα χρόνια του πολλά)
 
Και για τ άλλα τα πιο μεγάλα κορίτσια στην προεφηβεία.
 
 
Του ανέμου η κόρη- Χαίνηδες
 
Το μαύρο υφαντό η νύχτα αφήνει
που ολημερίς στον ουρανό κεντούσε
μ’ απ’ τη σχισμάδα του πλεχτού ξεχύνει
άστρων ασήμι που για προίκα της φυλούσε

Του ανέμου κόρη που έγειρες στην κλίνη
να σ’ αντικρίσω λίγο λαχταρούσα
αχ πρόβαλε σιμά στο παραθύρι
μες στων ματιών σου την πηγή να ξεδιψούσα

Τη μέρα βασανίζονται τα λόγια
και στης ντροπής μπερδεύονται το χτένι
μα τη νυχτιά στου φεγγαριού τ’ αλώνια
πέφτει ο μπερντές της σκοτεινιάς και τ’ ανασταίνει

Του ανέμου κόρη που έγειρες στην κλίνη
με ποιου κρασί τη σκέψη σου μεθούσες
αχ έβγα να σε δω στο παραθύρι
και σαν μισέψω να θαρρώ πως μ’ αγαπούσες
 
 
Και για τ άλλα παιδιά τα πιο μεγάλα, ή τ άλλα που ακόμα δεν έχουν γεννηθεί
 
 
Νανούρισμα- Μανόλης Μητσιάς
Στον ουρανό κάθε αστέρι,
φωτίζει κάτω μια ψυχή,
για σένα μ’ έχουν φέρει
εδώ στη γη.

Μα εσύ όσο πας ξεμακραίνεις,
στο λυπημένο μου ουρανό,
μ’ αφήνεις, με άλλους βγαίνεις,
συμφωνώ.

Ξέρω, λες καρδιά κι όλα τέλειωσαν,
ξέρω, μια φωτιά βρήκαν κι έλιωσαν,
ξέρω, τα φιλιά πώς σβήνουν,
κι όσοι πίνουν, με ένιωσαν.

Καμιά φορά με ρωτάνε
οι φίλοι ακόμα αν σ’ αγαπώ...
Χριστέ μου, τι ρωτάνε...
τι να πω;

Τ αγαπάω το τελευταίο νανούρισμα.
Το λατρεύω χρόνια τώρα.
Ειδικά την πρώτη στροφή.
Και μιας και τελειώνει μια περίεργη αλλά πολύ σημαντική βδομάδα.
Μια στολισμένη Παρασκευή ποικιλόχρωμη
θέλω να νανουριστεί μ αυτό το τραγούδι.
Καλό Σαββατοκύριακο
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πού πήγε;;