Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Στο Φάρο

Είναι καιρός που ήθελα να φτάσω στο Φάρο, στο Βρυσάκι.
Πριν 3 περίπου χρόνια είχα φτάσει ξανά μέχρι το "Συρί" , δεν ξέρω για ποιό λόγο όμως γύρισα πίσω...
Σήμερα πήρα την μικρή αγκαλιά, ακολούθησα πιστά τις οδηγίες * και έφτασα.
Η διαδρομή ναι δύσκολη, χωματόδρομος, αλλά φτάσαμε.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο εδώ και περπατήσαμε περίπου 100 μέτρα.
 
 
Ο φάρος από την πίσω πλευρά.
Στο βάθος το Μακρονήσι.
 
    
 
Ο φάρος αυτός κατασκευάστηκε το 1892. Το ύψος του πύργου του ειναι 7 μέτρα και τό εστιακό του ύψος είναι 23 μέτρα. Ο φάρος βρίσκεται περίπου πέντε χιλόμετρα βόρεια από το Λαύριο στη θέση Βρυσάκι στην πάνω πλευρά του όρμου του Θορικού.
Ένα παιδί να χαζεύει τη Μακρόνησο...
(...να μαθαίνουν οι μικροί...)
 
 
Και ακριβώς από κάτω μια αγκάλη
 
βραχώδης, άγρια,με μια σπηλιά καλά κρυμμένη.
 
Είναι η πρώτη φορά που πηγαίνω σε Φάρο.
Εννοείται πως θα ήθελα να ήταν ανοιχτός να ανέβω πάνω...
Όπως και να χει όμως
Κυριακή, Ήλιος, παραμονή τ'  Απρίλη,  ο Φάρος...
Όλα φωτεινά
Να γεμίσει φως η σκέψη ,να καθαρίσει από θολώματα.
να φανερώσει δρόμους θαλασσινούς,
να αποφευχθούν οι  κακοτοπιές απ τα σκαριά
και να φωτίζονται τα  γύρω λιμάνάκια και οι όρμοι...
 
 
*Από την Λαυρίου - Σουνίου υπάρχει στροφή δεξιά (με φανάρι) προς τις εγκαταστάσεις τις ΔΕΗ. Ακολουθήστε την ταμπέλα προς "Αγία Μαρίνα". Μετά από σχεδόν 5 χιλιόμετρα, κάντε δεξιά προς "Συρί" και συνεχίστε μέχρι να βρείτε το χωματόδρομο προς τον φάρο (2 χιλιόμετρα)
 
 
 
Ορφεας Περιδης - Φαρος
Στίχοι: Ορφέας Περίδης
Μουσική: Ορφέας Περίδης
Αλμπουμ: Τι θα πει ζωη (2003)

Τον φίλο μου το φάρο, τον πιο παλιό
απ' όλους μου τους φίλους τον πιο καλό
μες στο βαθύ σκοτάδι παρακαλώ,
φέξε τον νυχτωμένο μου μυαλό.

Φώτισε τ' όνειρό μου να θυμηθώ
τη ρότα μου να πάρω, να ξαναβρώ
να λάμψει σαν αλήθεια, άνοιξε το φως
συ που 'σαι τόσο μόνος κι είσαι σοφός.

Να λάμψει σαν αλήθεια, άνοιξε το φως
συ που 'σαι τόσο μόνος κι είσαι σοφός.
 
 
 


Διάθεσις...

 
 
 
Λούνα Πάρκ - Δημήτρης Μητροπάνος
 
Η πόλη άναψε τα φώτα της και φεύγει
μ’ ένα τρενάκι λούνα παρκ στο πουθενά,
σαν το κορμί σου που απ’ τα χέρια μου ξεφεύγει
κι αναζητάει σε ξένα χέρια την χαρά.

Τα μάτια σου έκλεισες και μ’ άφησες απ’ έξω
άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.

Μεταμορφώνεσαι σαν μέδουσα στους δρόμους
κι εγώ τα χίλια πρόσωπα σου ακολουθώ,
στου έρωτά σου υποτάσσομαι τους νόμους
και λίγα ψίχουλα μονάχα σου ζητώ.

Τα μάτια σου έκλεισες και μ’ άφησες απ’ έξω
άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή,
όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω
και δε με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί
 
 
 
 
Δεν πειράζει
 
Δεν πειράζει, δεν πειράζει
αν δε θες να μου μιλάς
αν κρυφά μόνο κοιτάζεις
κι όλο μούτρα μου κρατάς.
Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
δε θα σπάσει το σχοινί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
δίχως τέλος και αρχή

Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει
στην αγκαλιά σου η καρδιά μου έχει σβήσει
κι οι δυο μας πήγαμε σε όνειρα μετάξι
μαζί σου αγάπη μου εγώ έχω πετάξει

Δεν πειράζει, δεν πειράζει
όταν φτάνω κι ειν’ αργά
ούτε θέλω να τρομάζεις
όταν ζούμε χωριστά

Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
άμα λείπει το φιλί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
πάμε πάλι απ την αρχή

Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει
στην αγκαλιά σου η καρδιά μου έχει σβήσει
κι οι δυο μας πήγαμε σε όνειρα μετάξι
μαζί σου αγάπη μου εγώ έχω πετάξει.

Δεν αντέχω άλλο έλα,
έλα πάρε με αγκαλιά

να πεθάνουμε στα γέλια
να `ναι πάλι όπως παλιά
 
 
 
...τέτοια...

Πρωινό


Ξημερώνει Κυριακή
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίμης Πλέσσας
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος
Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Κότσιρας

Ο παλιός φωνόγραφος
πάνω στο τραπέζι
άρχισε να παίζει
μες στη σιγαλιά

Κι η καρδιά σου έλιωσε
κι έγινε ένα δάκρυ
στων ματιών την άκρη
σα δροσοσταλιά

Ξημερώνει Κυριακή
μη μου λυπάσαι
Έιναι όμορφη η ζωή
να το θυμάσαι

Ο παλιός φωνόγραφος
πάνω στο τραπέζι
έπαψε να παίζει
μέσα στη νυχτιά

Το τραγούδι τέλειωσε
μα η λύπη μένει
σαν ναυαγισμένη
στη θολή ματιά



 
Με διάθεση Κυριακής.
Με τη διάθεση που μόνο μια Κυριακή μπορεί να έχει. Κυριακή και πρωί.
Καφές, γλυκό , και η μυρωδιά απ τις εφημερίδες.
 Τραγούδια, γέλια,η μικρή με τις κούκλες της, ο μεγάλος τις σβούρες του
Υλικό ονείρων...
Λίγα σύννεφα στον ουρανό πάνω απ τη Μακρόνησο, 
και μια ώρα να χει αλλάξει ξεχωριστά.
Μοναδικά.
Σαν να ήταν πάντα έτσι η ώρα.
Από πάντα.
Καλημέέέέέέέρααααααααααα

 

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Σ αναζητώ - Μαρία Δημητριάδη

 
 Σ αναζητώ - Μαρία Δημητριάδη

 Σ' αναζητώ,
μες στο πλήθος να σε βρω,
κι αργά περπατώ,
να σ' αγγίξω δε μπορώ.

Σε φωνάζω δειλά,
πρόσωπα σβησμένα, θολά.
ποιος σωπαίνει, ποιος μιλά.
Θά 'ρθεις, σ' αναζητώ.

Σ' αναζητώ,
μες στην πόλη τριγυρνώ,
σκοτάδι πυκνό,
ντύνομαι τον ουρανό.

Γύρω πόρτες κλειστές,
ίδιες όπως χθες και προχθές,
ώρες άδειες, μόνες, φριχτές,
κι όμως σ' αναζητώ

 
 
Τα βράδια στο σπίτι τέτοιο καιρό, κρατούν την ανάσα τους, μην πληγώσουν τη σιωπή.
Μόνο κάτι ελάχιστες μηχανές, μακρυνές ,τα  κάνουν πιο ξένα.
Πραγματικά.
Απόψε η νύχτα τραγουδάει τραγούδια της υπομονής.
Ξένη γλώσσα..
Αργά, σχεδόν βασανιστικά.
Τυρρα-γ-νικά.
-Και άλλη νίκη-.
Όπλο η υπομονή.
Γι αυτούς που την ξέρουν.
Και ο χρόνος ατέλευτος.
Άχρωμος.
Ίσα που ανασαίνει.
Βαριά, ξεψυχισμένα.
Χαμογελώντας προκλητικά.
Το μόνο που μετράει το χρόνο σωστά είναι ένα πακέτο τσιγάρα.
Ή δυόμιση.
Για ν ανεβάσει τους παλμούς της καρδιάς.
Μπούρδες βραδιάτικα.
Σ-κ νο 3.
Σιχτήρια.
Καλοκαίρι απόψε.
Τιμωρία.
 
 
 

O άνθρωπος με το γαρύφαλο

 
61 χρόνια μετά την δολοφονία του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του,  Δ. Μπάτση, Ν. Καλούμενου και Ηλίας Αργυριάδη.
Από τις 30 Μάρτη του 1952.
 
 
 
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλο - Γιάννης Ρίτσος
 

Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά

πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.

Μʼ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.

Μʼ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.

Καλημέρα σύντροφοι

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη.

1952

 
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

Έχω απάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με το άσπρο γαρούφαλο --
που τον ντουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν απ' την αυγή,
κάτω απ' το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατάει ένα γαρύφαλο
πούναι σα μια φούχτα φως
απ' την ελληνική θάλασσα.

Τα μάτια του τα τολμηρά,
τα παιδικά,
κοιτάζουν, άδολα,
κάτω από τα βαριά μαύρα τους φρύδια.
Έτσι άδολα --
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Τα δόντια του είναι κάτασπρα --
ο Μπελογιάννης γελά.
Και το γαρύφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο πούπε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς --
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ' απ' την καταδίκη σε θάνατο. (Περιοδικό "Σοβιετική Γυναίκα" Απρίλη 1952)
Ναζίμ Χικμέτ

Στα μέρη που μεγάλωσα

Στα μέρη που μεγάλωσα

Ενα παλιό βίντεο

Και ένα αποψινό, με φωτογραφίες απ τον φωτογράφο του χωριού,
και μουσική που ξεχειλίζει νοσταλγία...
"Μαύρη μοίρα το χει γράψει να μακραίνω να χαθώ
Μακρυά από το νησί μου, και από κείνη π αγαπώ "
Μεταμεσονύχτιο ταξίδι...
Ούτως ή άλλως η πανσέληνος λάμπει
 πάνω απ την Πεδή σε μερικές απ τις  φωτογραφίες...
Δεν θέλει και πολύ...


Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Παρασκευή






Τέσσερις φωτογραφίες,
4 ταξίδια στο χτες και το σήμερα,
 στο παρόν και το από πάντα,
 στο πραγματικό και στο απ αλλού βγαλμένο...
Και η βδομάδα μόλις τέλειωσε
τα παραθύρια ορθάνοιχτα...απίστευτη λιακάδα σήμερα
Καλό Σαββατοκύριακο.
Μόνο η 2η φωτό είναι δική μου...
Οι υπόλοιπες είναι πιο καλλιεχνικές...


Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Κώστας Καρυωτάκης - Αγάπη

"...Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα..."

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
... Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Αγάπησα – Νάνα Μούσχουρη

Αγάπησα κι όλα γίναν φώς
ανάβει η νύχτα κι αρπάζει ο ουρανός
κι όλα είν΄αλλιως, κι ολα ειναι φώς
μου “δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
και το κεφάλι σ ΄εναν ώμο ν ακουμπήσω
να ξορκίσω κάθε κακό
μου δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
ναχω και πάλι μια αγκαλια να κατοικήσω
ν αναστήσω ότι αγαπώ
Αγάπησα κι άνοιξα φτερά
πετάει η ψυχή μου μ αγγέλους ψηλά
κι εχω φτερά κι έχω χαρά
μου δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
και το κεφάλι σ΄εναν ώμο ν ακουμπήσω
να ξορκίσω κάθε κακό
μου δωσες άλλη μια ζωή να ζήσω
ναχω και πάλι μια “γκαλια να κατοικήσω
ν αναστήσω ότι αγαπώ


 Ένα ποίημα , και ένα τραγούδι.
Βαριά η κούραση απόψε.
Για να κλείσει η μέρα.
Η βδομάδα...
Όλα λίγο διαφορετικά απόψε.
In safe mode...
κλειστά παραθυρόφυλλα...
Καληνύχτα

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Οι φλώροι της χούντας...

Πέτυχα στο διαδίκτυο ένα ενδιαφέρον άρθρο...

Αλήθεια, γνωρίζετε την πραγματική σχέση μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού; Καθώς δεν υποστηρίζω καμία από τις δύο ομάδες για ευνόητους λόγους, πιστεύω πως είμαι σε θέση να κάνω μία αντικειμενική ανάλυση στο άρθρο που ακολουθεί.

Αρχικά λοιπόν, τις δύο ομάδες χώριζε ένα χάος κοινωνικό, πολιτικό αλλά και οικονομικό.
ιστορία Ολυμπιακού ΠαναθηναϊκούΟι οπαδοί του Παναθηναϊκού ( έτος ίδρυσης 1908 ) εθεωρούντο ευκατάστατοι και άτομα που είχαν πρόσβαση στην πολιτική της χώρας.

Από την άλλη οι οπαδοί του Ολυμπιακού, άνηκαν στην πλειοψηφία τους στα μεσαία και κατώτερα στρώματα της προσφυγιάς και εργατιάς.
Από το 1925 που ιδρύθηκε η ομάδα του Πειραιά μέχρι την 1η Ιουνίου του 1930, οι δύο ομάδες έτρεφαν αισθήματα σεβασμού η μία για την άλλην.

Μία σειρά γεγονότων όμως επρόκειτο να αλλάξουν για πάντα την σχέση των δύο ομάδων!

Όλα ξεκίνησαν σε εκείνο τον αγώνα για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, την 1η Ιούνη του 1930. Την ημέρα εκείνη, ούτε οι 8000 οπαδοί του Παναθηναϊκού που βρισκόντουσαν στην Λεωφόρο, αλλά ούτε και οι 3500 οπαδοί του Ολυμπιακού που είχαν κατακλύσει λόγω οικονομικών δυσκολιών τον λόφο του Λυκαβηττού, μπορούσαν να φανταστούν τι θα συνέβαινε.

Ο αγώνας που ακολούθησε ήταν μία πραγματική συντριβή για την ομάδα του Πειραιά. Ο Παναθηναϊκός κερδίζει τον Ολυμπιακό με το ταπεινωτικό σκορ, 8-2, ενώ σαν να μην έφτανε αυτό, οι οπαδοί του τριφυλλιού μετά το τέλους του αγώνα, περιφέρουν στο γήπεδο ένα φέρετρο με το έμβλημα του Ολυμπιακού, να το κοσμεί.

Η πληγωμένη φτωχολογιά του Πειραιά δεν αντέχει τον εξευτελισμό. Η βεντέτα μόλις τώρα ξεκινάει! Η κατάσταση εκτραχύνεται το 1936, όταν ο Ολυμπιακός πετυχαίνει νίκη, με σκορ 6-1, εναντίον του Παναθηναϊκού! Το 1957, ο Ολυμπιακός κερδίζει το πρωτάθλημα για τέταρτη συνεχόμενη φορά και τότε αποκτά το προσωνύμιο "Θρύλος".

τελικός κυπέλλουΔιαβάστε τώρα τι έγινε το 1962, στον τελικό κυπέλλου εν μέσω καύσωνα. Ο Ελβετός διαιτητής κρατά το πρώτο ημίχρονο 65’ και το δεύτερο 44’!! Οι παίκτες των δύο ομάδων χάνουν το ένα γκολ μετά το άλλο. Σιγά σιγά πέφτει το σκοτάδι και ο διαιτητής καθώς δεν βλέπει την μπάλα διακόπτει τον αγώνα στο έβδομο λεπτό της παράτασης.

Οι οπαδοί θεωρώντας πως το παιχνίδι ήταν δρομολογημένο να κριθεί στο κέρμα (καθώς δεν υπήρχαν πέναλτι, συνήθιζαν να ρίζνουν ένα κέρμα κορώνα-γράμματα για να βγάλουν τον νικητή), αρχίζουν να πετάνε αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο.

Καμία από τις δύο ομάδες δεν βγήκε νικήτρια. Δύο χρόνια αργότερα, στον ημιτελικό κυπέλλου, η κατάσταση είναι πλέον γελοία αφού όταν η μπάλα κατέληγε σε οπαδούς που την έκαναν χίλια κομμάτια με στιλέτα!

Χρόνια αργότερα, λίγο πριν την επαγγελματοποίηση του πρωταθλήματος, ο Νταϊάφας και ο Βαρδινογιάννης παίζουν τάβλι (!) για να μοιράσουν τις ομάδες! Το 1979 μέχρι το 1983 ο Ολυμπιακός κάνει θραύσει, αλλά καθώς ο Πρόεδρος της ομάδας δεν διέθετε χρήματα, οι παίκτες αυτομόλησαν στον παναθηναϊκό.

Το 1989 η έχθρα γίνεται μεγαλύτερη και πιό οριστική από ποτέ. Είχε προηγηθεί και η παράνομη ελληνοποίηση του παίκτη του Πανθηναϊκού Χουάν Ραμόν Ρότσα, το 1981

Όταν το 1988 ο Γιώργος Κοσκώτας εξασφαλίζει για τον Ολυμπιακό τα πράσινα ινδάλματα Αντωνίου και Σαραβάκο, οι ερυθρόλευκοι νιώθουν πως παίρνουν το αίμα τους πίσω. Δεν προλαβαίνουν όμως γιατί ξεσπά το σκάνδαλο "Κοσκωτά", ο πρόεδρος κλείνεται στην φυλακή και αναλαμβάνει τα ηνία της ομάδας ο Σαλιαρέλης.

Εν ολίγοις, η δεκαετία 1985-1995 ήταν μαύρη για τους Ολυμπιακούς, όμως τα πράγματα άλλαξαν σιγά σιγά και μέχρι τώρα έχουν κατακτήσει επί σειρά ετών το πρωτάθλημα

Επειδή σήμερα είχα μια κουβέντα σχετικά με το ποιοί θεωρούνται "φλώροι" και ποιοί παιδιά της εργατιάς, και του μόχθου.
Όπως και κάθετι κόκκινο...
 
 
Και για να μην ξεχνιόμαστε, επειδή το πιο μελανό σημείο στην ιστορία των βάζελων είναι η χούντα, -όταν ο κοσμάκης έτρωγε ξύλο, και οι χουντικοί χρησιμοποιούσαν τον βάζελο σαν μέσο παραπλάνησης  οχλαγωγίας και ύπνου-
δια στόματος Δέσποινας Παπαδοπούλου η παραδοχή.
Να το χαίρεστε λοιπόν το Γουέμπλει....
 
 
 Πουκαμισάκι;;;:P:P:P
 

Euphoria


Euphoria-Loreen
 

Why, why can’t this moment last forevermore?
Tonight, tonight eternity’s an open door…
No, don’t ever stop doing the things you do.
Don’t go, in every breath I take I’m breathing you…

Euphoria
Forever, ’till the end of time
From now on, only you and I
We’re going up-up-up-up-up-up-up
Euphoria
An everlasting piece of art
A beating love within my heart
We’re going up-up-up-up-up-up-up

We are here, we’re all alone in our own Universe,
We are free, where everything’s allowed and love comes first,
Forever and ever together, we sail into infinity,
We’re higher and higher and higher, we’re reaching for divinity.

Euphoria
Forever, ’till the end of time
From now on, only you and I
We’re going up-up-up-up-up-up-up
Euphoria
An everlasting piece of art
A beating love within my heart
We’re going up-up-up-up-up-up-up

Forever we sail into infinity,
We’re higher, we’re reaching for divinity…

Euphoria, euphoria
We’re going up-up-up-up-up-up-up
Euphoria….
An everlasting piece of art
A beating love within my heart
We’re going up-up-up-up-up-up-up
Euphoria, euphoria
We’re going up-up-up-up-up-up-up
 
Μόνο και μόνο επειδή το θυμήθηκα και όταν το χα πρωτακούσει είχα πάθει έρωτα μ αυτό το κομμάτι.
Καλησπέρα είπαμε;;

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Να κοιμηθούμε αγκαλιά

 
Να κοιμηθούμε αγκαλιά- Βασίλης Παπακωνσταντίνου
 
Πάλι μέτρησα τ΄αστέρια κι όμως κάποια λείπουνε
μόνο τα δικά σου χέρια δε μ΄ εγκαταλείπουνε...
Πώς μ΄αρέσουν τα μαλλιά σου στη βροχή να βρέχονται
τα φεγγάρια στο κορμί σου να πηγαινοέρχονται...

Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας...
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας...

Τα φιλιά σου στο λαιμό μου μοιάζουνε με θαύματα
σαν τριαντάφυλλα που ανοίγουν πριν απ΄τα χαράματα...
Στων ματιών σου το γαλάζιο έριξα τα δίχτυα μου
στις δικές σου παραλίες θέλω τα ξενύχτια μου...

Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας...
Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας
για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας...





Έχω μαζέψει ένα σωρό εικόνες.
Έχω γεμίσει χρώμα και συναίσθημα.
Έναν κάβο με μια ήρεμη ,γαλήνια θάλασσα πρωί. λίγο μετά την Ανατολή.
Η ίδια θάλασσα στιγμές μετά θα πάρει στα χέρια της απαλά, ένα κορμί να γαληνέψει.
Απόλυτη σιγή. Μόνο δυό καίκια από μακρυά να πληγώνουν για λίγο τη σιωπή.
Μια ανεμοδαρμένη ερημική παραλία,κρυφή.
 Ένα κόκκινο αυτοκίνητο θα καταστρέψει  το τοπίο, αταίριαστο και μακρυνό , μα θα κάνει την θάλασσα λίγο πιο άγρια ,και ένα  γλάρο να φωνάζει πιο δυνατά για την αλλαγή του καιρού.
Μια κερασιά, σήμερα το πρωί , γεμάτη λουλούδια, φρέσκια σαν κάθε άνοιξη.
 Ζωντανή μετά και από τούτο το χειμώνα.Με τα κλαριά να λυγίζουν ίσαμε τη γης για χάδι.
Δυο κοριτσίστικα δωμάτια. Με ροζ κρεβάτια, τριανταφυλλί κουρτίνες , ένα μπαούλο σκαλιστό με όνειρα και έναν ουρανό από  νεραιδόσκονη να φωτίζει τους δρόμους τους. Μακάρι.
Μια ανδρική φιγούρα μέσα στο ψιλόβοχο, βιαστική, περήφανη, με κουκούλα λίγες στιγμές προτού η βιασύνη γίνει χαμόγελο και φως.
Μια αγάπη να δυναμώνει ευδιάκριτα ανάμεσα σε δυό μάτια.-Παραδοχή.Εύφλεκτα.
Ένα κορμί να τα βάζει με ύπνο, απόσταση, ξύπνιο, όνειρα και σκέψεις, για τρία μερόνυχτα και στο τέλος αποκαμωμένο να παραδίδεται στην πανσέληνο ή στην παραμονή της. Και σε λίγες αράδες να σωριάζει τρείς αγάπες ..κούραση..
Μια πανσέληνο καλά κρυμμένη πίσω από τα σύννεφα, μέσα στο χρωματιστό της αλωνάκι,σαν  μικρό αγόρι που δεν σταμάτησε να ρωτάει και να ζητάει μέχρι που αποκοιμήθηκε, ζαλισμένο από Μάχη Νίκη και Δύναμη μέσα σε αγαπημένη αγκαλιά.
Τρέμουλο στα μάτια βαθύς αναστεναγμός.

 

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Κενό.




American Beauty- Soundtrack

Κάτι τέτοιες μέρες κάποιος μου ακουμπάει μια σφήνα στην άκρη του μυαλού, και μια πέτρα στη μέση του στήθους μου.
Ούτε σκέψη ούτε συναίσθημα.
Είναι τότε που δεν ξέρω πού να σταθώ και πώς να ξεφύγω.
Η κουνιστή καρέκλα απόψε, δεν θα δώσει τη λύση.
Ούτε κανένα παραμύθι.
Στιγμές που δεν θέλω να μιλήσω σε κανεναν και  δεν μπορώ ν ακούσω τίποτα.
Ούτε φωνή ούτε στίχο.
Ούτε λέξεις ούτε παραμύθια.
Για μια ώρα και δέκα λεπτά  θα ψάχνω αφηρημένα μπροστά στη βιβλιοθήκη , για κάτι νέο, κάτι ξεχασμένο, κάτι που ήρθε ακριβώς όπως έφυγε.
Ούτε πολιτικό ούτε τρυφερό.
Ούτε καν Αλκυόνη.
Η ματιά θα μείνει στο " Μαιτρ και Μαργαρίτα" ή στο "Η κυρία Ντάλογουέη".
Θα τρέξουν να κρυφτούν κάτω απ το χέρι μου, κάτω απ τα σκεπάσματα για να φανερωθούν στο φως του λαμπατέρ. Στο φως μιας εικόνας-μνήμης.
Αναλαμπή απαλή να μην μπορεί να φανερώσει το ταξίδι της ματιάς.Το φευγιό της.
Στο κενό λευκό περιθώριο.
Στο κενό μιας δυό ή τριών ημερών.
Στο μου που λείπει.
Καληνύχτα.
 

25η Μάρτη...

25η Μαρτίου 2013


                                                 
 
 Η ουσιαστική επέτειος στην Ιερισσό


 
 
Και η άλλη, η πριβέ τους...
 
 
 
Μια εικόνα παλιά
 
και ένα κείμενο του Μάνου Χατζιδάκη πιο επίκαιρο από ποτέ
 
"Από την ώρα που μας βοηθάει η Ελλάς να γίνουμε άνθρωποι, με μια παγκοσμιότητα, πολύ καλώς.
Από την ώρα που μας δίδει μια φουστανέλα και μας εμποδίζει να υπάρχουμε με τους άλλους συνανθρώπους, είναι αντιδραστικό. Αν αυτό που λέμε ελληνικό είναι εμπόδιο στο να ενωθούμε μ' έναν μαύρο, είναι καταδικαστέο. Αν, αντιθέτως, αυτό είναι βοηθητικό για να ενωθούμε με τους άλλους, είναι υπέροχο. Η έννοια του ελληνικού για πολλούς ανθρώπους έχει διαφορετική όψη. Εγώ πιστεύω σ' εκείνη την ελληνικότητα που εξαφανίζει τις διαφορές."
 
 
 
 
-Και ένα κείμενο που πέτυχα στο διαδίκτυο του Αλκίνοου Ιωαννίδη για την Κύπρο. Όχι τόσο για την πολιτική προσέγγιση των εξελίξεων στην Κύπρο όσο για την κοινωνική πλευρά του θέματος, της κρίσης γενικότερα
 
 
Ελεύθεροι κατακτημένοι
 
 
Αρθρογράφος:
Αλκίνοος Ιωαννίδης




Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει
 
 
 
Αυτή είναι η δική μου επέτειος για την 25η του Μάρτη του 1821.
Και του χρόνου Επανάσταση.
 

Δυνατά η ένταση



 
 
 

I've been holding out so long
I've been sleeping all alone
Lord I miss you
I've been hanging on the phone
I've been sleeping all alone
I want to kiss you

Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
Oooh oooh oooh

Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
Oooh oooh oooh oooh

Well, I've been haunted in my sleep
You've been starring in my dreams
Lord I miss you
I've been waiting in the hall
Been waiting on your call
When the phone rings
It's just some friends of mine that say,
"Hey, what's the matter man?
We're gonna come around at twelve
With some Puerto Rican girls that are just dyin' to meet you.
We're gonna bring a case of wine
Hey, let's go mess and fool around
You know, like we used to"

Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah

Oh everybody waits so long
Oh baby why you wait so long
Won't you come on! Come on!

I've been walking in Central Park
Singing after dark
People think I'm crazy
I've been stumbling on my feet
Shuffling through the street
Asking people, "What's the matter with you boy?"

Sometimes I want to say to myself
Sometimes I say

Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
Oooh oooh oooh

Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
Oooh oooh oooh oooh oooh oooh oooh
I won't miss you child

I guess I'm lying to myself
It's just you and no one else
Lord I won't miss you child
You've been blotting out my mind
Fooling on my time
No, I won't miss you, baby, yeah

Lord, I miss you child

Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah

Lord, I miss you child

Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah

Lord, I miss you child

Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah aaah aaah aaah
Aaah aaah aaah aaah

Καλημέρα

ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ- Κική Δημουλά

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἐαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.


Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.



Εγώ τώρα τί να πώ γι αυτό το κάθε πρωινό?
Και του χρόνου... 1...

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

O μαγικός κόσμος της Αμελί...

Σήμερα η μέρα είχε θέατρο.
 Εγώ και ο Παναγιώτης μου.
Στον Κεραμεικό. Σινέ Κεραμεικός.
Ο μαγικός κόσμος της Αμελή...

Ένα θεατρικό-παραμυθό-παιχνίδι.
''Η Αμελή είναι ένα ντροπαλό κορίτσι που βιώνει τη μοναχικότητα μέσα σ ένα διαμέρισμα της πόλης αναπτύσσοντας ένα δικό της ονειρικό κόσμο. Μεγαλώνοντας δε χάνει την παιδικότητα της και αποφασίζει να δημιουργήσει "μικρά θαύματα" στη ζωή των ανθρώπων γύρω της. Τα παιδιά καλούνται να καταστρώσουν μαζί της παιχνιδιάρικα σχέδια και να αλλάξουν τις μικρές καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων. Έτσι ανακαλύπτουν το νόημα της φιλίας και της αγάπης"

 Ήταν όμορφη παράσταση
Σχεδόν παραμυθένια...
 Με ενεργή την συμμετοχή των παιδιών
Και ελεύθερη.
 
Ο μικρός το ευχαριστήθηκε.
Και γω το ίδιο.
Βγήκαμε και οι δυό με ένα χαζό χαμόγελο στα χείλη,του κράταγα το χέρι στη λιακάδα, και σχεδόν
χοροπηδούσαμε..
 
Ήταν οι μαγικές μουσικές της Αμελί, οι συνταγές της για
αγάπη,
 φιλία,
παιδικότητα,
όνειρα.
....
 
Γυρνώντας, έψαξα την ταινία της Αμελί.
 Και βούλιαξα στις μουσικές της.
Θυμήθηκα  μια μια τις σκηνές και τις εικόνες της.
Τις βουτιές στη λεπτομέρεια.
Τα ταξίδια, τις ονειροπολήσεις, την αγάπη,
τον έρωτα,
τη φιλία, την αλληλεγγύη, το ρομάντσο,
ΤΟ ΜΕΛΟ
στο οποίο είναι βουτηγμένη αυτή η ταινία.
Και όσο και να μην είμαι μελό,
να μην ήμουν ποτέ,
αυτή η κυνική και ωμή καθημερινή ματιά κουράζει, φθείρει.
Είχα ανάγκη σημερα από αυτό το παραμύθι, και στις δύο εκδοχές του.
Να βουτήξω μέσα, να χαθώ στις λεπτομέρειες ενός φιλιού, στις απαλές κινήσεις ενός χεριού, στο απαλό φύσημα σ ένα λαιμό, στις μαγικές νότες της μουσικής της, στην συννεφένια ματιά ενός κοριτσιού.
Και αν θυμάμαι καλά , πάντα όταν η έστω και τοσοδούλα ανάγκη μου για μελό, για παραμύθι,
 μου θεριέυει,
πάντα η Αμελί είναι εκεί.
Είτε σαν εικόνα είτε σαν ήχος....
 
 
 


Από εδώ για τα αέρια Κυρίες και Κύριοι - Το γράμμα

 
 
        A prisoner's diary in Pawiak Prison Museum, Warsaw.. 
 
…….

Ξέρεις τι σκέφτομαι όταν σου γράφω ;

Είναι αργά το βράδυ . Ένα μεγάλο γραφείο με χωρίζει από το θάλαμο των ασθενών που βαριανασαίνουν . Κάθομαι μόνος μου στο σκοτεινό παράθυρο που αντικατοπτρίζει το πρόσωπό μου , την πράσινη σκιά μιας λάμπας και το άσπρο χαρτί πάνω στο τραπέζι . Ο Φράντς , ένας νεαρός από την Βιέννη , με συμπάθησε , από την πρώτη βραδιά που έφτασε – έτσι τώρα κάθομαι , στο τραπέζι του και στο φως της λάμπας του , γράφω το γράμμα αυτό σ’ εσένα χρησιμοποιώντας το χαρτί του . Δεν θα σου γράψω όμως για τα θέματα που συζητούσαμε σήμερα στο στρατόπεδο : γερμανική φιλολογία , κρασί , ρομαντική φιλοσοφία , προβλήματα του υλισμού .

Ξέρεις , τι σκέφτομαι ;

Σκέφτομαι την οδό Σταρίσζεβσκα . Κοιτάζω το σκοτεινό παράθυρο , το πρόσωπό μου που αντανακλάται στο τζάμι , και έξω βλέπω το σκοτάδι που φωτίζεται περιοδικά από το ξαφνικό φως των προβολέων πάνω στα φυλάκια , που σκιαγραφεί κομμάτια των διαφόρων αντικειμένων μέσα στη νύχτα . Κοιτάζω το σκοτάδι και σκέφτομαι την οδό Σταρίσζεβσκα . Θυμάμαι τον ουρανό , χλωμό μα φωτεινό , και το βομβαρδισμένο σπίτι στην απέναντι πλευρά του δρόμου . Σκέφτομαι πόσο πολύ λαχτάρησα το κορμί σου εκείνες τις μέρες και συχνά χαμογελώ μόνος μου καθώς φαντάζομαι την κατάπληξή τους όταν μετά την σύλληψή μου πρέπει να βρήκαν το δωμάτιό μου , πλάι στα βιβλία μου και στα ποιήματά μου , το άρωμά σου και τη ρόμπα σου , βαριά και κατακόκκινη σαν τα χρυσοποίκιλτα υφάσματα στους πίνακες του Βελάσκεθ .

Σκέφτομαι πόσο ώριμη ήσουν . Την αφοσίωση και , συγχώρεσε με αν το λέω μόνο τώρα , την ανιδιοτέλεια που πρόσφερες στην αγάπη μας , πόσο ευχάριστα μπήκες στη ζωή μου που δεν σου πρόσφερε τίποτα παρά ένα μικρό δωματιάκι χωρίς σωληνώσεις , βραδιές με παγωμένο τσάι , λίγα μαραμένα λουλούδια , ένα σκυλί που πάντοτε μασουλούσε παίζοντας με τα παπούτσια σου , μια λάμπα πετρελαίου .

Τα σκέφτομαι όλα αυτά και χαμογελάω καταδεχτικά όταν μου μιλούν για ηθικότητα , για νόμους , για παράδοση , για υποχρεώσεις … όταν απορρίπτουν κάθε τρυφερότητα και αίσθημα , και κουνώντας τις γροθιές ανακηρύσσουν την εποχή αυτή ως εποχή σκληρότητας . Χαμογελώ και σκέφτομαι ότι ο άνθρωπος πρέπει πάντα να ανακαλύπτει τον άλλο , χρησιμοποιώντας την αγάπη . και ότι αυτό είναι το πιο πολύτιμο αγαθό στη γη και αυτό που θα διαρκέσει περισσότερο .

Σκέφτομαι ακόμη το κελί μου στη φυλακή Πάβιακ . Την πρώτη εβδομάδα ένιωθα ότι δεν θ’ άντεχα ούτε μέρα χωρίς βιβλίο , χωρίς τον κύκλο του φωτός κάτω από την λάμπα πετρελαίου το βράδυ , χωρίς ένα κομμάτι χαρτί , χωρίς εσένα …

Και πράγματι , η συνήθεια είναι μια πανίσχυρη δύναμη . Θα σου φανεί απίστευτο κι όμως βημάτιζα διαρκώς πάνω κάτω στο κελλί μου , συνθέτοντας ποιήματα στον ρυθμό των βημάτων μου . Ένα απ’ αυτό το έγραψα σε μία Βίβλο ενός συντρόφου μου στο κελλί , αλλα απ’ τα υπόλοιπα – και ήταν ποιήματα εμπνευσμένα στο στυλ του Οράτιου – δεν τα θυμάμαι πια .





σ.σ.: α) Federico Caponi photography

β) Tadeusz Borowski " Από δω για τ' αέρια Κυρίες και Κύριοι" , εκδόσεις Στοχαστής 1988
 
 
υ.γ. Αλέκο μου σ ευχαριστώ!!!!!!!

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Όποτε μπάζει νόστος...

Θα σαλπάρω για το νησί...

Να βρω λιμάνι..
Τον δικό μου κάβο


Την Μυτιλήνη


Ή τ άλλα, τα πιο δικά μου, του χωριού...


Λαγκάδα...


Παλιός





Πεδή


Καμήλα

Θα φτάσω μέχρι το πιο όμορφο σπίτι πάνω στη θάλασσα


το Καμίνι των παιδικών μου χρόνων

Θα περπατήσω ξυπόλυτη στα βράχια
μέχρι το Κωλοστάσι...



Στα πιο όμορφα χρώματα του δειλινού...
Και θα επιστρέψω...

Επιστροφή χωρίς αίμα.
 Χωρίς πόνο.
Χωρίς κύμα.
Θαλασσοδαρμένο σκαρί προσαραγμένο στις ξέρες σου.
Εσκεμμένα.
Λιμάνι .Απάγκιο. Ανάγκη. Σιγουριά.
Χαμόγελο. Σκέψη.
Το γιασεμί μοσχοβολάει
και ο ουρανός αμέσως χαμηλώνει.
Άγγιγμα.
Μακρινό.
Τραγούδι-λέξεις-δύναμη
-12;;-






Κάπου υπάρχει ένα νησί - Μπάμπης Στόκας

Δεν είν' αλήθεια μες στη Γη
πως δεν υπάρχει ένα νησί να πάμε οι δυο μας
κάπου θα βρίσκεται για μας
ένα νησί και μια γωνιά για τ' όνειρό μας
κάπου υπάρχει το νησί που θα το ζήσουμε μαζί
κάπου υπάρχει
ίσως να το 'χουν μυστικό
κι ίσως γι' αυτό και δεν μπορώ να βρω στο χάρτη

κάπου υπάρχει ένα νησί
μόνο για μας στην οικουμένη
που 'χει την άμμο του χρυσή
τη θάλασσά του αγιασμένη
κάπου υπάρχει ένα νησί
χωρίς κακούς, μην αμφιβάλλεις
δεν λέω λόγια της στιγμής
κι αυτά που λεν' της παραζάλης

δεν χάθηκαν όλα για μας
κι αφού μ' ελπίδες πολεμάς κάτι θα δείξει
όλα είναι θέμα τακτικής
να δεις της μοίρας το χαρτί που θα σ' αγγίξει
κάπου υπάρχει ένα νησί
που στο χρωστώ κάποια στιγμή σαν παιχνιδάκι
να παίξεις σαν μικρό παιδί
και να ξεχάσεις πως στη Γη υπάρχουν δράκοι


Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πού πήγε;;