Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Ο Σαρακηνός κουρσάρος


Ο Σαρακηνός κουρσάρος - Χαϊνηδες
 
Τις νύχτες του καλοκαιριού πού `ριχνε τα μαλλιά σου
ένα αεράκι νοτικό μες στη θολή ματιά σου
θυμάσαι το μπάρμπα Στελλή με τσ’ ώρες να μιλεί
για ένα μικρό Σαρακηνό κουρσάρο τον Αλή;

Μικρό παιδί το πήρανε και το `ψησε η αρμύρα
τρανός κουρσάρος γίνηκε, έτσι το `γραφε η μοίρα
έλεγε ο γέρος κι έπεμπε το λογισμό μου αλλού
μα επάτουνα στα χνάρια σου στην άκρη του γιαλού

Σ’ ένα ακρογιάλι μια βραδιά, στου φεγγαριού τη χάση
άραξε τη γαλέρα του μέχρι ο νοτιάς να πάψει
και μάγεψε τη σκέψη του μιας κόρης το φιλί
και η γαλέρα εμίσεψε με δίχως τον Αλή

Ήτανε λέει στη φύση του καράβια νε κουρσεύει
και πολιτείες μακρινές κι άγνωστες να γυρεύει
κι έφυγε από την αγκαλιά της κόρης μια βραδιά
με σύντροφο αγιάτρευτη πληγή μες στην καρδιά

Ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί κοντά στην άκρη
της ιστορίας τού `φευγε του γέρου ένα δάκρυ
άμμος λέει πως τού `μπαινε στα βλέφαρα βαθιά
που σήκωνε απ’ τη θάλασσα η δυνατή νοθιά

Μάδησε ο χρόνος σαν παιδί της νιότης το λουλούδι
μα εγώ σε φύλαξα ακριβή σ’ ένα φτωχό τραγούδι
φαίνεται πως σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ πολύ
γιά να δακρύζω σαν μιλώ για το μικρό Αλή



Έχω ένα σπίτι..Στο νησί, δίπλα στη θάλασσα.Πετρόχτιστο.
Ξύλινα παράθυρα, βαριά, παλιό ξύλο, να μυρίζει κάθε που τα ανοίγω. Καφέ σκούρο.
Κάθε που ανοίγουν τα παράθυρα, τρίζουν οι μεντεσέδες, και στερεώνονται με εκείνα τα σίδερα σαν σβουρες στις άκρες.Το σπίτι μου έχει μεγάλη βεράντα.Με βότσαλο κάτω. Όχι αγορασμένο.Απ τη παραλία βότσαλα διαλεγμένα ένα ένα. Συναρμολογημένα μ αγάπη. Από εμάς. Και στην άκρη μια χτισμένη ψησταριά και μια πέτρινη βρύση. Μπάλες, ποδήλατα και κουβαδάκια στην άκρη. Και ακριβώς δίπλα πολλά ζευγάρια παντόφλες παρατημένες.Καινούριες.
Στην άκρη της βεράντας κληματαριά με σταφύλια λευκά να κρέμονται, και στην άλλη μεριά μια καγκελόπορτα ξύλινη.Μετά την καγκελόπορτα σκάλα πλατιά τσιμεντένια, άφτιαχτη να κατεβάζει στο δρόμο της γαλήνης. Στη θάλασσα.Η θάλασσα στη σκάλα.Και ο παφλασμός στη βάση της. Μελωδία και νανούρισμα.Η θάλασσα.Και γύρω γύρω βράχια.Άγρια, καθάρια βράχια.
Δίπλα στη βεράντα περιβόλι. Φυτεμένα λαχανικά σε τάξη,και μια συστάδα δέντρα.
Σύκα βερύκοκα, αχλάδια, μπανάνες, κεράσια, βανιλιες, φρούτα κάθε λογιώ, για τα παιδιά.
Η πόρτα ξύλινη δίφυλλη.Μεγάλη. Σταθερή. Είσοδος.
Απλά τα έπιπλα, απέριττα, καθαρά και λίγα.Ν αστρ΄΄αφτει καθαριότητα και τάξη.
Ένας τοίχος βιβλιοθήκη.Χωρισμένος στη μέση. Του ταξιδιού και της θάλασσας. Λες και είναι άλλο.
Ανάκατα τόμοι, πολύχρωμα βιβλία, χαρτιά, τετράδια και περιοδικά. Και άλμπουμ. Πολλά , γεμάτα με φωτό και αγάπη.Στα  κάτω ράφια παιδικά βιβλία. Πολύχρωμα καινούρια, παλιά φαγωμένα απ τα δοντάκια της μικρής, σκισμένα απ τα χεράκια των μικρών, βιβλία ταξίδια .
Ακριβώς απέναντι καναπές. Μεγάλος, βαθύς, γωνία και αγκαλιά. Με μαξιλάρια στο πάτωμα.Μπροστα στο τζάκι.Στολίδια κοχύλια, ζωγραφιές και μπαμπούσκες.Και το παράθυρο στη θάλασσα.Στη μέση τραπέζι μεγάλο..Να χωράνε καθημερινά πολλά άτομα.Στα μεσημέρια του γέλιου.
Μια κουζίνα να ψήνει συνέχεια,φαγητό γλυκό και φιλί... και γέλια στους διαδρόμους, στον νεροχύτη στο μπάνιο.Όλα συναρμολογημένα με αγάπη.Γέλιο και παιχνίδι.Τα μεσημέρια μαζέματα. Τα μεσημέρια της επαρχίας. Που τα πάντα νεκρώνουν στη μια το μεσημέρι.Και ξαναζωντανεύουν στις 4.Για να βγούν τα παιδιά να παίξουν. Όλα μαζί.Στο σπίτι πολλά τα παιδικά κρεβάτια, ντουλάπες και τοίχοι ζωγραφισμένα με αγάπη. Πολλά τα γραφεία  μα πιο πολλά τα παιχνίδια. Άπό κείνα που φτιάχνουμε μόνοι μας και γελάμε, όχι από τ άλλα τα αγορασμένα που δεν χρειάζονται ούτε χρόνο ούτε προσπάθεια.Στο σπίτι τούτο όλα έχουν λόγο. Και σειρά. Αγάπη γέλιο κλάμα δάκρυ εναλλαγή.
Μαθήματα, ζωγραφιές, διάβασμα βιβλία., κολύμπι, ψάρεμα .Όλα έχουν τη θεση τους και βρισκονται σε τάξη. Στην αιώνια αρμονία της αγάπης. Έλα να πάμε μια βουτιά απόψε το βράδυ. Στο σπίτι της σκέψης και του μακροπρόθεσμου όνειρου. Ή ταξιδιού ή παραμυθιού.Εναλλαγή απροσδόκητη αναμενόμενη και φορτισμένη.
Η νύχτα κρύα απόψε. Βοριοανατολικός Αγέρας κατευθείαν απ το νησί.Γρέγος. Τα εισητήρια έτοιμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Πού πήγε;;